English:
Greek:
HOME    |    Contact me

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ


ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

 

      Διαβάζοντας τα Ευαγγέλια διαπιστώνουμε ότι παρουσιάζουν κάποιες διαφορές μεταξύ τους. Αυτό, προφανέστατα συμβαίνει, επειδή οι Ευαγγελιστές άλλα μεν έγραψαν σαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες, καθώς επίσης και βάση πληροφοριών που δεν μπορούσαν να εξακριβώσουν, και στηριζόμενοι σε έγκυρες πληροφορίες επίσης. Σε ότι αφορά την διδασκαλία Του, δηλαδή όσον αφορά αυτά που έγραψαν ότι είπε ο Κύριος, σε κάποια μέρη χρησιμοποίησαν δικές τους λέξεις και φράσεις, κάποιες εκ των οποίων υπηρέτησαν την θέληση του Υψίστου, καθώς μέσω κάποιων φράσεων και γραπτών που αναφέρονται σε κάποια γεγονότα, που μπορεί να μην έγιναν ακριβώς όπως γράφονται, ωστόσο ακόμα και μέσω αυτών των κάποιων "λανθασμένων" γραπτών, (όχι βεβαίως ψευδών) περνούν κάποια άλλα μηνύματα Του.

    Mέσω της φώτισης του Αγίου Πνεύματος, είχαν κατανοήσει σε μεγάλο βαθμό την διδασκαλία Του, αλλά δεν νομίζω ότι κατανόησαν και όλα τα προφητικά Του λόγια, αυτά που κυρίως απευθύνονται στους εσχάτους καιρούς. Οι Μάρκος και Λουκάς δεν ήταν από τους δώδεκα, αλλά εκτός ότι θα πήραν τις πληροφορίες τους από τους αυτόπτες μάρτυρες, μπορεί επίσης και οι ίδιοι να ήταν κάποιες φορές μεταξύ των ακροατών που πήγαιναν να ακούσουν την διδασκαλία Του.

    Με άλλα λόγια οι Ευαγγελιστές ήταν μεν φωτισμένοι, αλλά και άνθρωποι της εποχής τους. Εγραψαν σαν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες, ή ό,τι άκουσαν από τους αυτόπτες μάρτυρες, ή και από άλλες πηγές και φήμες. Σε κάθε περίπτωση έπρεπε να γράψουν την αλήθεια, αυτή που γνώριζαν σαν αλήθεια, και μόνο την αλήθεια. Οπως οι μάρτυρες στο δικαστήριο! Δεν λέμε στους μάρτυρες τι θα πουν! Αυτοί από μόνοι τους θα πουν ό,τι είδαν και άκουσαν! Ισχύουν πολλοί φυσιολογικοί, κοινωνικοί και ιστορικοί παράγοντες. Αυτό άκουσα, είδα, πληροφορήθηκα, θυμάμαι, αυτή την αλήθεια που γνωρίζω και κατανοώ στην εποχή μου, αυτή λέω. Και αυτά που έγραψαν τα σφράγισαν με το αίμα τους. 

  Με άλλα λόγια, έπρεπε να γράψουν αυτά που είδαν με τα μάτια τους, αυτά που άκουσαν με τα αυτιά τους, αυτά που γνώριζαν σαν σωστά, και σύμφωνα με την μνήμη τους, και σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν, άσχετα αν οι πληροφορίες ήταν κάπου λανθασμένες. Δηλαδή δεν πρόκειται για μαύρο ή άσπρο. Ηταν άγιοι υπηρέτες του Υψίστου, αλλά αφέθηκαν να γράψουν κυρίως σαν μάρτυρες και σαν άνθρωποι της εποχής τους, με τις γνώσεις εκείνης της εποχής! Εγραψαν επίσης κάποια πράγματα, κυρίως προφητικά και κάτω από θεία έμπνευση. Είναι επίσης προφανές, ότι κυρίως τα Ευαγγέλια γράφτηκαν έτσι, ώστε αν κάποιος πιστεύει, καλώς, ενώ αν δεν μπορεί κάποιος να πιστέψει, τότε να βρίσκει μια δικαιολογημένη διεόξοδο που να τον καθιστά όσο το δυνατόν λιγότερο ένοχο. Κυρίως γιαυτό το λόγο ο Κύριος μιλούσε με παραβολές, και όχι μόνο...

   Επειδή λοιπόν υπάρχουν διαφορές, θα προσπαθήσω όσο μπορώ να τις δω λογικά, και θα προσπαθήσω, πάλι όσο μπορώ, να δείξω πως ερμηνεύονται.

  Από το κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο.  Από την αρχή ήταν ο Λόγος και ο Λόγος ήταν με το Θεό, και Θεός είναι ο Λόγος. Αυτός ήταν από την αρχή με το Θεό, τα πάντα δημιουργήθηκαν από Αυτόν και χωρίς Αυτόν δεν έγινε τίποτα, από ολα αυτά που έγιναν. Στον Λόγο είναι ζωή, και η ζωή του Λόγου είναι το φως των ανθρώπων, και το Φως φέγγει στο σκοτάδι, και το σκοτάδι δεν κυρίευσε το Φως. Υπήρχε άνθρωπος απεσταλμένος από το Θεό ονομαζόμενος Ιωάννης. Αυτός ήρθε μάρτυρας για να μαρτυρήσει περί του Φωτός, για να πιστέψουν όλοι μέσω αυτού. Δεν ήταν εκείνος το Φως, αλλά ήρθε για να μαρτυρήσει περί του Φωτός. Ηταν το Φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο ερχόμενο στον κόσμο. Ηταν στο κόσμο, και ο κόσμος δημιουργήθηκε από Αυτόν, αλλά ο κόσμος δεν Τον γνώρισε. Στους δικούς Του ήρθε και οι δικοί Του δεν Τον δέχτηκαν. Οσοι Τον δέχτηκαν, σε αυτούς έδωσε εξουσία να γίνουν παιδιά του Θεού, σέ αυτούς που πιστεύουν στο όνομα Του. Οχι εξ αίματος, ούτε από την επυθυμία του άνδρα και της σάρκας, αλλά από το Θεό γεννήθηκαν. Και ο Λόγος έγινε σάρκα και κατοίκησε μεταξύ μας, (και εμείς είδαμε τη δόξα Του, δόξα του Μονογεννή με τον Πατέρα) με πλήρη χάρη και αλήθεια.

   Καθώς Πιστεύω Ο Ιωάννης μέσω της φώτισης του Αγίου Πνεύματος είχε κατανοήσει τα αλληγορικά γραπτά του Μωυσή. Κατανόησε ότι με τα λόγια, Γενηθήτω Φως, ο θεόπνευστος Προφήτης μεταφέρνει εκτός από το μήνυμα του αρχέγονου φωτός που έλαμπε πριν την δημιουργία του ήλιου πάνω στη γη, μας μεταφέρνει και ένα άλλο μεγάλο μήνυμα του Υψίστου. Πριν ο Θεός αρχίσει να δημιουργεί, άγνωστο βέβαια πως, γέννησε το Λόγο, γέννησε το Φως της δημιουργίας, το οποίο Φως γεννήθηκε ενάντια στο σκοτάδι που υπήρχε, και ήταν το πρόσωπο της αβύσσου. Σταθερά πιστεύω πως με τη λέξη Σκοτάδι, που υπήρχε επί του προσώπου της αβύσσου, εννοεί ακριβώς τον Μέγα Δράκο, τον κατήγορο των ανθρώπων, που υπήρχε στον χώρο της δημιουργίας. Αυτός είναι η φύση και πηγή κάθε κακού σε όλη την δημιουργία.

     Ο Θεός δημιούργησε αυτά που δημιούργησε δια του Λόγου Του, ο Λόγος είναι το Φως της Αγιας δημιουργίας του Υψίστου. Το Φως είναι η ζωή των ανθρώπων, και αυτό σημαίνει, ότι όλα τα άγια και θετικά που αποτελούν όρος ζωής για τον άνθρωπο, (τον κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως θρησκείας και πότε έζησε), καθώς η αγάπη, η δικαιοσύνη, κλπ, απορρέουν από τα Πνεύματα του Θεού, και συνιστούν όρος ζωής για κάθε άνθρωπο και κοινωνία. Μεταφέρονται στον άνθρωπο δια του Λόγου. Ο Λόγος είναι Θεός, ο Λόγος είναι το Φως και η Ζωή των ανθρώπων. Αν ο Θεός αποσύρει τα Πνεύματα Του από τον κόσμο, ο κόσμος θα καταστραφεί αμέσως. Ζωή ζωρίς το Θεό, είναι αδύνατον να υπάρχει.

       Και ο Λόγος που είναι το Φως και η Ζωή των ανθρώπων, ήρθε στη γη που δημιούργησε. Ηρθε σαν Ανθρωπος. Ηρθε να συντρίψει το κεφάλι του ύπουλου φιδιού. Και αυτό σημαίνει να του συντρίψει την κυριαρχία του πάνω στους ανθρώπους, επειδή κατά ένα μεγάλο μέρος, με δική μας ευθύνη παγιδευόμαστε στις δελεαστικές παγίδες του ερπετώδη νου, με αποτέλεσμα να είμαστε καταχρεωμένοι σε αυτόν. Τούτα τα χρέη μας, δεν πληρώνονται με χρυσάφι και αργύριο, ούτε με θυσίες ζώων και άλλων ανθρώπων,  πληρώνονται δυστυχώς με φοβερά δεινά και θάνατο, με χωρισμό από το Θεό. Ο δράκος δεν τρώει χρυσάφια και αργύρια, και ενώ τα χρησιμοποιεί βέβαια για δόλωμα, αυτός τρώει ζωές και ψυχές ανθρώπων. Τα δεινά που υποφέρει ο άνθρωπος, και ο θάνατος που τον χωρίζει από την Πηγή της ζωής, είναι αυτά ακριβώς που ικανοποιούν τον δράκοντα, καθώς αυτή είναι η φύση του κακού.

     Οπου υπάρχει κακό, όπου υπάρχει διαφθορά και απελπισία, όπου οδύνη και θάνατος, εκεί είναι οι παρεμβολές, ή πιο σωστά η φύση του δράκοντα. Ποιός άλλος λοιπόν θα μπορούσε να πληρώσει τα χρέη του ανθρώπου, και να τον φέρει ελεύθερο στους κόλπους του Υπερτάτου; Κανένας άλλος παρά μόνο ο Ιδιος ο Θεός που τον δημιούργησε. Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, και μόνο ο Θεός μπορεί να τον σώσει. Αν κάποιος λέει ότι είναι Χριστιανός, και δεν πιστεύει ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι Θεός, είναι Λόγος και Υιός του Θεού, δεν ξέρει τι πιστεύει. Ο Θεός δια του Λόγου δημιούργησε τον άνθρωπο, και δια του Λόγου σώζει τον άνθρωπο. Γιαυτό ο Λόγος, όπως γράφει ο Ιωάννης, έγινε σάρκα, (δεν έγινε βιβλίο!) έγινε Ανθρωπος για να έρθει κοντά μας. Από Δημιουργός έγινε μέρος της δημιουργίας, χωρίστηκε από τον Υπέρτατο, και αυτός ο χωρισμός ήταν ένας θάνατος. Και ο Λόγος Σαρξ εγένετο, ο Υιός του Θεού, το Φως που γεννήθηκε πριν την αρχή της δημιουργίας, έγινε Ανθρωπος.  

      Ας δούμε τώρα τη συνέχεια από το κατά Λουκά. Από το εδάφιο 5 του 1ου κεφαλαίου. Υπήρξε στις ημέρες του βασιλιά της Ιουδαίας Ηρώδη, ένας ιερέας με το όνομα Ζαχαρίας, από την εφημέρια Αβιά, η γυναίκα του η Ελισάβετ, ήταν απόγονος του Ααρών. Ηταν και οι δυο δίκαιοι ενώπιον του Θεού, και περπατούσαν σύμφωνα με τις εντολές και τα δικαιώματα του Κυρίου, ενάρετοι. Δεν είχαν παιδί, γιατί η Ελισάβετ ήταν στείρα, ενώ και οι δυο τους ήταν προχωρημένοι στην ηλικία. Καθώς λοιπόν ο Ζαχαρίας λειτουργούσε στη θέση του ενώπιον του Θεού, σύμφωνα με την ιερατική συνήθεια, του έπεσε ο κλήρος να θυμιατήσει ερχόμενος στον ναό του Κυρίου, και ενώ όλο το πλήθος του λαού προσευχόταν έξω στην ώρα του θυμιάματος, εφάνηκε σε αυτόν Αγγελος του Κυρίου, ο οποίος έστεκε στην δεξιά μεριά του θυσιαστηρίου του θυμιάματος, ο δε Ζαχαρίας τον είδε και ταράχτηκε, φοβήθηκε πολύ. Αλλά ο Αγγελος του είπε, μην φοβάσαι Ζαχαρία, γιατί εισακούστηκε η δέηση σου, η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα γεννήσει παιδί, και θα του δώσεις το όνομα Ιωάννης. Αυτός θα είναι για εσένα χαρά και αγαλλίαση, και πολλοί άλλοι θα χαρούν για την γέννηση του, θα είναι μέγας ενώπιον του Κυρίου, και κρασί και σίκερα δεν θα πιεί, (δεν θα είναι εξαρτημένος από υλικές απολαύσεις, και θα είναι ελεύθερος απ'τις πολλές υλικές ανάγκες), και θα είναι πλήρης από το Αγιο Πνεύμα από την κοιλιά της μάνας του. Και πολλοί από τους υιούς Ισραήλ θα επιστρέψουν στον Κύριο τον Θεό τους. Και αυτός θα έρθει πριν το Πρόσωπο Εκείνου με το πνεύμα και την δύναμη του Ηλία, για να επιστρέψει τις καρδιές των πατέρων στα παιδιά, και τους απειθείς στην φρόνηση των δικαίων, ώστε να ετοιμάσει στον Κύριο προδιαθετημένο λαό.

     Και είπε ο Ζαχαρίας στον Αγγελο, πως θα το ξέρω αυτό; Γιατί εγώ είμαι γέροντας και η γυναίκα μου προχωρημένη στην ηλικία της. Και ο Αγγελος του είπε, εγώ είμαι ο Γαβριήλ, που στέκεται ενώπιον του Θεού, και ήρθα σε εσένα να σου τα πω, και να σου του ανακοινώσω. Και από τώρα θα είσαι βουβός χωρίς να μπορείς να μιλήσεις ως την ημέρα που θα γίνουν αυτά, γιατί δεν πίστεψες στα λόγια μου, τα οποία θα εκπληρωθούν στον καιρό τους. Και ο λαός περίμενε τον Ζαχαρία, και απορούσε επειδή αργούσε μέσα στο ναό. Και όταν εξήλθε δεν μπορούσε να τους μιλήσει, και νόμισαν ότι είδε οπτασία μέσ'το ναό, και τους έκανε νοήματα και παρέμενε κουφός. Και αφού τελείωσαν οι μέρες της λειτουργίας του, πήγε στο σπίτι του. Μετά από αυτές τις ημέρες η Ελισάβετ έμεινε έγγυος και έκρυβε την εγγυμοσύνη της πέντε μήνες και έλεγε, έτσι έκαμε για εμένα ο Κύριος στις ημέρες τις οποίες επέβλεψε να αφαιρέσει την ντροπή μου μεταξύ των ανθρώπων.    

     Και τον έκτο μήνα ο Αγγελος Γαβριήλ πήγε απ'το Θεό στην πόλη της Γαλιλαίας, την Ναζαρέτ σε μιά παρθένα αρραβωνιασμένη με έναν άνδρα ονομαζόμενο Ιωσήφ, απ'τον οίκο του Δαβίδ, και το όνομα της παρθένου είναι Μαρία. Και πήγε ο Αγγελος και της είπε, χαίρε χαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου, ευλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες. Και αυτή ταράχτηκε με το λόγο του, και σκεπτόταν τι ήταν άραγε αυτός ο χαιρετισμός. Και ο Αγγελος της είπε, μην φοβάσαι Μαρία, γιατί βρήκες χάρη μπρος στο Θεό. Θα μείνεις έγγυος και θα γεννήσεις Υιό, και θα Του δώσεις το όνομα Ιησούς. Αυτός θα είναι Μέγας, και θα ονομαστεί Υιός του Υψίστου, και θα Του δώσει ο Κύριος τον θρόνο του Δαβίδ του Πατέρα Του, και θα βασιλέψει πάνω στον οίκο του Ιακώβ, και η Βασιλεία Του δεν θα έχει τέλος. Και είπε η Μαρία στον Αγγελο, πως θα είναι αυτό, επειδή δεν γνωρίζω άνδρα;  Και ο Αγγελος της είπε, το Αγιο Πνεύμα θα έρθει πάνω σου, και η δύναμη του Υψίστου θα σε επισκιάσει, γιαυτό το Αγιο Παιδί που θα γεννήσεις θα ονομαστεί Υιός του Θεού.

      Και ιδού η συγγενής σου η Ελισάβετ συνέλαβε υιό στα γεράματα της, και αυτός είναι ο έκτος μήνας της εγγυμοσύνης της, αυτή που την έλεγαν στείρα. Γιατί τίποτα δεν είναι αδύνατον απ'το Θεό. Και είπε η Μαρία, ιδού εγώ, η δούλη του Κυρίου, ας γίνει σε εμένα όπως είπες. Και ο Αγγελος έφυγε. Σηκώθηκε η Μαρία αυτές τις ημέρες και πήγε με σπουδή στην ορινή πόλη της Ιουδαίας, και εισήλθε στο σπίτι του Ζαχαρία, και φίλισε την Ελισάβετ. Και όταν άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας, σκίρτησε το βρέφος στην κοιλιά της, και ήρθε το Αγιο Πνεύμα στην Ελισάβετ, και φώναξε και είπε. Ευλογημένη είσαι ανάμεσα στις γυναίκες, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλιάς σου. Και από που μου έγινε αυτό, να έρθει η μητέρα του Κυρίου μου σε εμένα; Γιατί καθώς ήρθε η φωνή του χαιρετισμού σου στα αυτιά μου, εσκίρτησε από αγαλλίαση το βρέφος μεσ'την κοιλιά μου. Και μακάρια η πιστεύσασα, γιατί θα γίνει η εκπλήρωση των λόγων προς αυτή απ'τον Κύριο. Και είπε η Μαρία, μεγαλύνθη η ψυχή μου απ'τον Κύριο, και αγαλλίασε το πνεύμα μου απ'τον Θεό τον Σωτήρα μου, γιατί επέβλεψε στην ταπείνωση της δούλης Του, επειδή από τώρα και στο εξής θα με μακαρίζουν όλες οι γενεές, γιατί έκαμε σε εμένα μεγαλεία ο Δυνατός, και Αγιο είναι το όνομα Του, και το έλεος Του θα είναι σε γενεές γενεών, στους φοβουμένους τον Κύριο. Ενήργησε κραταιά με το Χέρι Του, σκόρπισε τους υπερήφανους σύμφωνα με τα διανοήματα της καρδιάς τους. Γκρέμισε δυνατούς απ'τους θρόνους τους, ύψωσε ταπεινούς, πεινώντες γέμισε αγαθά, και πλούσιους εξαπέστειλε κενούς. Εβοήθησε τον Ισραήλ τον δούλο Του, θυμήθηκε το έλεος Του, καθώς μίλησε στους πατέρες μας, στον Αβραάμ και στο σπέρμα του, στον αιώνα. Και έμεινε η Μαρία μαζί της τρείς μήνες και επέστρεψε στο σπίτι της.  

 Συνέχεια από το κατά Ματθαίο. Καθώς μας πληροφορεί ο Λουκάς, και φαίνεται καθαρά ότι πήρε τις πληροφορίες του από την ίδια την Μητέρα του Κυρίου-- η Αγία Μαρία μετά την εμφάνιση του Αγγέλου Γαβριήλ, επήγε στην Ελισάβετ να της αναγγείλει το Μέγα και χαρμόσυνο γεγονός, και έμεινε μαζί της τρεις μήνες. Ο Ιωσήφ δούλευε σε διάφορα μέρη της Ιουδαίας χτίζοντας σπίτια, και όταν επέστρεψε κάποιους μήνες αργότερα, όπου η Αγία Μαρία ήταν έγκυος ενώ ακόμα ήταν αρραβωνιασμένη μαζί του, έβαλε άλλα στο μυαλό του, αλλά επειδή ήταν έντιμος και δεν ήθελε να την ρεζιλέψει, σκέφτηκε να την χωρίσει κρυφά. Τότε εμφανίστηκε ο Αγγελος στον ύπνο του και του είπε. Ιωσήφ απόγονε του Δαβίδ, μην σκέφτεσαι να διώξεις τη Μαρία, αλλά να την παραλάβεις,  γιατί το Παιδί που θα γεννήσει είναι από το Θεό, και θα Το ονομάσεις Ιησού, Αυτός θα σώσει το λαό Του από τις αμαρτίες τους. Ο Προφήτης Ησαΐας είχε προφητεύσει, ιδού η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιό, και ο κόσμος θα λέει για Αυτόν, είναι ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, που σημαίνει ο Θεός ήρθε κοντά μας με την ανθρώπινη μορφή. Δεν θα ήταν το όνομα Του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, αλλά ήταν ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, ήταν ο Θεός μαζί τους, και μαζί μας.  

     Ξαναγυρίζουμε στο κατά Λουκά.  Απ'το εδάφιο 57 του 1ου κεφαλαίου. Στην Ελισάβετ συμπληρώθηκε ο καιρός να γεννήσει, και γέννησε υιό. Και άκουσαν οι συγγενείς της ότι εμεγάλυνε ο Κύριος το έλεος Του σε αυτή και την συγχάρηκαν. Και την όγδοη ημέρα ήρθαν να κάνουν στο παιδί περιτομή, και του έδιναν το όνομα του πατέρα του, Ζαχαρίας. Και είπε η μάνα του, όχι, αλλά Ιωάννης θα ονομαστεί. Και της είπαν, κανένας στην συγγένεια σου δεν έχει αυτό το όνομα. Και ρωτούσαν με νοήματα τον πατέρα του, τι όνομα να του δώσουν. Και ζήτησε πίνακα, και έγραψε, Ιωάννης είναι το όνομα του. Και όλοι θαύμασαν. Ανοίχτηκε την ίδια στιγμή το στόμα του και η γλώσσα του, και μιλούσε δοξάζοντας το Θεό. και έπεσε φόβος σε όλους τους γείτονες τους, και σε όλη την ορεινή Ιουδαία διαλαλούσαν όλα αυτά. Και όλοι που άκουσαν τα έβαλαν στην καρδιά τους και έλεγαν, ποιός άραγε θα είναι αυτό το παιδί; Και το Χέρι του Κυρίου ήταν μαζί του.

       Ο Ζαχαρίας επλήστηκε απ'το Αγιο Πνεύμα, και προφήτευσε, λέγοντας, ευλογητός Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, γιατί επισκέφτηκε και λύτρωσε το λαό Του, και ανέγειρε σε εμάς σωτηρία στον οίκο του Δαβίδ του δούλου Του, καθώς μίλησε με τα στόματα των αγίων των από αιώνες προφητών Του, σωτηρία απ'τους εχθρούς μας, και απ'τα χέρια όλων αυτών που μας μισούν, για να εκπληρώσει το έλεος Του προς τους πατέρες μας, και για την αγία διαθήκη Του, τον λόγο τον οποίον έδωσε στον Αβραάμ τον πατέρα μας, ότι θα μας δώσει να ελευθερωθούμε απ'τα χέρια των εχθρών μας, και να Τον λατρεύουμε άφοβα, με οσιότητα και δικαιοσύνη ενώπιον Του, όλες τις ημέρες της ζωής μας. Και εσύ παιδί, προφήτης του Υψίστου θα ονομαστείς, γιατί θα προπορευτείς πριν το Πρόσωπο του Κυρίου, για να ετοιμάσεις τους δρόμους Του, στο να δώσεις γνώση σωτηρίας στο λαό Του, για την άφεση των αμαρτιών τους, για σπλάχνα ελέους του Θεού μας, με τα οποία μας επισκέφτηκε από ανατολής από ύψος, για να φωτίσει τους καθισμένους στο σκοτάδι και σκιά θανάτου, ώστε να κατευθύνει τα πόδια μας στη οδό της ειρήνης. Και το παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε στο πνεύμα, και ήταν στις ερήμους, ως την ημέρα στην οποία έμελλε να αναδειχτεί στον Ισραήλ.  

  Συνέχεια στο κατά Λουκά κεφάλαιο 2. Εκείνον τον καιρό ο Αύγουστος Καίσαρας έδωσε διαταγή να απογραφεί όλος ο πληθυσμός. Αυτή η απογραφή ήταν η πρώτη όταν ηγεμόνας της Συρίας ήταν ο Κυρήνιος, και πήγαιναν όλοι στην ιδιαίτερη πατρίδα τους να απογραφούν. Ανέβηκε και ο Ιωσήφ απ'την Ναζαρέτ της Γαλιλαίας στην πόλη του Δαβίδ της Ιουδαίας η οποία λέγεται Βηθλεέμ, επειδή καταγόταν απ'την πατριά του Δαβίδ, για να απογραφεί με την Μαρία την αρραβωνιασμένη με αυτόν γυναίκα του η οποία ήταν έγκυος. Και ενώ ήταν στην Βηθλεέμ συμπληρώθηκαν οι μέρες για να γεννήσει, και γέννησε τον πρωτότοκο Υιό της, και Τον σπαργάνωσε και Τον έβαλε να κοιμηθεί στην φάτνη, γιατί δεν υπήρχε μέρος γιαυτούς σε σπίτι. Και βοσκοί ήταν σε αυτό το μέρος στα χωράφια φυλάγοντας τη νύχτα τα πρόβατα τους. Και ξαφνικά εφάνηκε σε αυτούς Αγγελος του Κυρίου, και η δόξα του Κυρίου έλαμψε πάνω τους, και φοβήθηκαν πολύ. Και τους είπε ο Αγγελος, μην φοβάστε, γιατί σας μεταφέρνω μεγάλη χαρά η οποία θα είναι για όλο το λαό, γιατί γεννήθηκε για εσάς σήμερα ο Σωτήρας, ο Κύριος Χριστός. Και αυτό θα είναι το σημείο σε εσάς, θα βρείτε Βρέφος σπαργανωμένο στην φάτνη.   

     Και ξαφνικά με τον Αγγελο εμφανίστηκε πλήθος του ουρανίου στρατού, υμνούντες τον Θεό λέγοντας, δόξα στον Υψιστο Θεό, και επί γης ειρήνη μεταξύ των ανθρώπων, στους οποίους ευαρεστήθει. Δόξα εν Υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία. Και αφού οι Αγγελοι έφυγαν, οι ποιμένες είπαν μεταξύ τους,  ας πάμε στην Βηθλεέμ, και ας δούμε αυτό το γεγονός το οποίο μας αποκάλυψε ο Κύριος. Και πήγαν και βρήκαν τη Μαρία και τον Ιωσήφ, και το Βρέφος στην φάτνη. Και αφού είδαν διακήρυξαν αυτά που τους είπαν οι Αγγελοι, και η Μαρία φύλαγε όλα αυτά στην καρδιά της. Και επέστρεψαν οι ποιμένες δοξάζοντας και υμνούντες το Θεό, για όλα όσα είδαν και άκουσαν, και καθώς τους μίλησε ο Αγγελος.  

 Συνέχεια από το κατά Ματθαίο, απ'το κεφάλαιο 2. Αφού γεννήθηκε ο Κύριος στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας, επί της βασιλείας του Ηρώδη, ήρθαν σοφοί από την ανατολή στην Ιερουσαλήμ και ρωτούσαν, που είναι ο νεογέννητος βασιλιάς του Ισραήλ; Γιατί είδαμε το αστέρι Του στην ανατολή και ήρθαμε να Τον προσκυνήσουμε. Οταν το άκουσε ο Ηρώδης ταράχτηκε και ταράχτηκε επίσης όλη η Ιερουσαλήμ. Μάζεψε όλους τους αρχιερείς και γραμματείς του λαού, και  ρωτούσε να μάθει από αυτούς, που επρόκειτο να γεννηθεί ο Χριστός. Εκείνοι του είπαν στην Βηθλεέμ της Ιουδαίας γιατί αυτό έγραψε ο Προφήτης. Και εσύ Βηθλεέμ γη Ιούδα δεν είσαι καθόλου μικρή μεταξύ των ηγεμόνων του Ιούδα, από σένα θα εξέλθει Ηγούμενος, ο οποίος θα ποιμάνει τον λαό Μου Ισραήλ. Μιχαίας 5: 2. 

     Τότε ο Ηρώδης κάλεσε κρυφά τους σοφούς για να εξακριβώσει τον καιρό του φαινομένου του αστέρα, δηλαδή ήθελε να εξακριβώσει πριν πόσο καιρό πρωτοεμφανίστηκε το αστέρι ώστε να ξέρει πριν πόσο καιρό γεννήθηκε ο Κύριος, και αφού τους έστειλε στην Βηθλεέμ, τους είπε, πηγαίνετε και εξετάσετε περί του Παιδιού, και αφού Τον βρήτε, αναγγείλατε μου για να έρθω και εγώ να προσκυνήσω. Εκείνοι αφού άκουσαν τον βασιλιά, ανεχώρησαν, και ιδού το αστέρι που είδαν στην ανατολή προπορευόταν μπροστά τους ώσπου ήρθε και στάθηκε πάνω απ'το Παιδί. Βλέποντας το αστέρι εχάρηκαν πάρα πολύ. Και αφού ήρθαν στο σπίτι βρήκαν το Παιδί με την Μητέρα Του την Μαρία, και έπεσαν και Τον προσκύνησαν, και άνοιξαν τους θησαυρούς τους, και Του πρόσφεραν δώρα, χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα. Και τους απεκαλύφθη απ'το Θεό με όνειρο να μην επιστρέψουν στον Ηρώδη, αλλά να φύγουν από άλλο δρόμο για τη χώρα τους.

   Καθώς Πιστεύω Εδώ υπάρχει διαφορά με το κατά Λουκά. Ο Ματθαίος γράφει, αφού έφυγαν οι σοφοί, Αγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στο όνειρο του Ιωσήφ, και του είπε, Ιωσήφ σήκω και πάρε το Παιδί και την Μητέρα Του, και φύγε για την Αίγυπτο, και να μείνεις εκεί ώσπου να σου πω. Και ο Ιωσήφ σηκώθηκε και έφυγαν για την Αίγυπτο, όπου έμειναν εκεί ώσπου πέθανε ο Ηρώδης. Και ο Ματθαίος λέει ότι αυτό έγινε για να πληρωθεί το ρηθέν υπό του Κυρίου, εξ Αιγύπτου κάλεσα τον Υιόν Μου. Ο Λουκάς όμως λέει, ότι αφού τελείωσαν οι ημέρες του καθαρισμού της Μαρίας σύμφωνα με το νόμο, ή μάλλον σύμφωνα με την παράδοση η οποία είχε γίνει νόμος, έφυγαν για το σπίτι τους στην Ναζαρέτ. Τώρα βεβαίως ούτε ο Ματθαίος ούτε ο Λουκάς ήταν αυτόπτες μάρτυρες, και οι δυό στηρίχθηκαν σε πληροφορίες.

    Ομως πιο λογικά έτσι πρέπει να έγινε. Ο Ιωσήφ και η Μαρία πήγαν στην Βηθλεέμ λόγω της απογραφής, ενώ το σπίτι τους ήταν στην Ναζαρέτ. Μετά την Γέννηση του Κυρίου λογικά πρέπει να επέστρεψαν στο σπίτι τους, καθώς δεν μπορούσαν να παραμείνουν περισσότερο στην Βηθλεέμ. Για ποιό λόγο θα παρέμεναν στην Βηθλεέμ! Δεν είχαν επίσης λόγους να πάνε στην Αίγυπτο, (μάλλον να πήγαν στην Αίγυπτο κάποια άλλη εποχή), και βεβαίως δεν "ανησύχισε" ο Θεός, ότι μπορούσε ο Ηρώδης να θανατώσει τον Κύριο πριν έρθει η ώρα. Κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Καμμιά διαβολική δύναμη δεν θα μπορούσε ούτε να διανοηθεί να πράξει κάτι τέτοιο. Τα σχέδια του Υπερτάτου ήταν προκαθορισμένα, αφού και ο ίδιος ο Διάβολος συχνά είναι υποχρεωμένος να τα υπηρετεί, διότι παγιδεύεται και δεν έχει άλλη επιλογή.

      Οσο για τα λόγια του Προφήτη Ωσηέ, εξ Αιγύπτου κάλεσα τον υιό Μου, (Ωσηέ, 11:1) κατά την άποψή μου δεν φαίνεται να είναι καθόλου προφητεία. Μάλλον δεν αναφέρεται καθόλου στον Κύριο. Καθώς διαβάζουμε, τα λόγια του Ωσηέ αναφέρονται στον λαό Ισραήλ, και τον ονομάζει υιό Μου, δηλαδή λαό Μου, και λέει, τους εκάλεσα να έρθουν κοντά Μου από την Αίγυπτο, (από τη δουλεία), και όσο τους καλούσα τόσο αυτοί έφευγαν, και θυσίαζαν σε ψεύτικους θεούς. Τα λόγια αυτά δεν νομίζω ότι αναφέρονται στον Κύριο, μάλλον ο Ματθαίος τα παρερμήνευσε, και γιαυτό μάλλον νόμισε ότι πήγαν τότε στην Αίγυπτο. Ναι, βεβαίως θα πήγαν στην Αίγυπτο, αλλά λογικά δεν πήγαν τότε που γράφει ο Ματθαίος.

     Τώρα τι συνέβει με τους σοφούς και τον Ηρώδη και πως ερμηνεύεται αυτή η παρεξήγηση; Οι σοφοί είδαν το αστέρι στην ανατολή, το οποίο ήταν βεβαίως ένα πνευματικό φως και όχι πλανήτης του σύμπαντος. Αλλωστε αν ήταν ένα υλικό φωτεινό αστέρι, τότε θα το έβλεπαν όλοι, ενώ μόνο οι σοφοί το είδαν. Το αστέρι  δεν τους οδηγούσε σε όλο το δρόμο, γιατί αν τους οδηγούσε τότε βεβαίως δεν θα πήγαιναν καθόλου στην Ιερουσαλήμ. Αυτοί πήγαν στην Ιερουσαλήμ επειδή νόμισαν ότι λογικά εκεί θα έπρεπε να γεννηθεί ο Βασιλιάς του Ισραήλ. Οταν όμως έφυγαν από τον Ηρώδη, ξαναείδαν το αστέρι, το οποίο τους οδηγούσε μεν αλλά μάλλον όχι στην Βηθλεέμ. Φαίνεται ότι το αστέρι τους οδήγησε  μάλλον στην Ναζαρέτ που ζούσαν και ήταν το σπίτι τους, και αυτό πρέπει να έγινε κάποιο καιρό μετά την Γέννηση  του Κυρίου.        

      Οταν ο Ηρώδης είδε ότι μάταια περίμενε να περάσουν οι σοφοί, και επειδή δεν ήξερε ότι το Παιδί με την Μητέρα Του και τον Ιωσήφ είχαν φύγει απ'την Βηθλεέμ, έστειλε στρατιώτες να σκοτώσουν όλα τα παιδιά της Βηθλεέμ από δύο χρονών και κάτω. Αυτή η σφαγή των αθώων, είχε προφητευτεί απ'τον Προφήτη Ιερεμία. "Φωνή ακούστηκε στην Ραμά, θρήνος και κλαυθμός και πολύς οδυρμός, η Ραχήλ έκλαιγε για τα παιδιά της και δεν ήθελε να παρηγορηθεί, γιατί δεν υπάρχουν πια". Ιερ. Λα, 31: 15.

      Μιλώντας τώρα για την σφαγή των παιδιών, βλέπουμε ότι είχε προφητευτεί, και άρα ήταν αναπόφευκτη. Αν το αστέρι οδηγούσε τους σοφούς όλο το δρόμο από την ανατολή έως το σπίτι που έμεναν στην Ναζαρέτ, οι σοφοί δεν θα πήγαιναν καθόλου στην Ιερουσαλήμ, οπότε δεν θα ρωτούσαν για να μάθουν που γεννήθηκε ο Κύριος, και ο Ηρώδης αφού δεν θα ήξερε τίποτα, δεν θα έσφαζε τα παιδιά της Βηθλεέμ. Ο διάβολος που τον έβαλε να κάνει αυτό το έγκλημα, ήξερε επίσης πολύ καλά ότι δεν μπορούσε να θανατώσει τον Κύριο πριν έρθει η ώρα. Αλλά τότε γιατί έγινε αυτό το τρομερό έγκλημα, και γιατί είχε προφητευτεί; Ποιόν εξυπηρέτησε η σφαγή των παιδιών; Γιατί έπρεπε να σφαχτούν;

      Η σφαγή των παιδιών ήταν μια πράξη εκδίκησης του διαβόλου, που έχει δυστυχώς τρομερή δύναμη και εξουσία, διότι ο Κύριος ήρθε στο βασίλειο του διαβόλου να το καταστρέψει. Ο Λόγος που δημιούργησε τον άνθρωπο δεν είχε πια πολλά δικαιώματα πάνω στους ανθρώπους, καθώς τα περισσότερα δικαιώματα τα είχε το μεγάλο ερπετό, και αυτό επειδή οι άνθρωποι στην πληοψηφία τους υποτάσσονται στο πνεύμα του. Οι άνθρωποι επιλέγουν το κακό, και το κακό είναι ερπετώδες δημιούργημα, είναι φύση του ερπετού, οπότε όταν επιλέγουν το κακό, κατά συνέπεια επιλέγουν το διάβολο.  

      Ας το δούμε παραδειγματικά. Ενας έχει κάποια παιδιά, και έχει επίσης και έναν εχθρό του οποίου απώτατος σκοπός είναι να τα καταστρέψει. Ο πατέρας λέει στα παιδιά του, προσέχετε και μην έχετε σχέσεις με τον εχθρό μου, ούτε να ακούτε καθόλου τι σας λέει. Τα παιδιά όμως δεν υπάκουσαν στον πατέρα τους, και με δική τους ευθύνη υποτάχτηκαν στον εχθρό, και αφού καταχρεώθηκαν στον εχθρό, δικαιωματικά του ανήκουν. Ο πατέρας θέλει να τα επισκεφτεί και να τα σώσει, αλλά αυτά επέλεξαν τον εχθρό αντί τον πατέρα τους, και αυτός παρόλο άδικος, τα διεκδικεί ωστόσο δίκαια, επειδή τον επέλεξαν.  Ομως ο πατέρας θέλει και πρέπει να τα σώσει, και επειδή είναι απόλυτα δίκαιος, είναι διατεθειμένος να πληρώσει τα χρέη τους ο ίδιος. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να τα επισκεφτεί μέσα στο κράτος του εχθρού του, ο οποίος τα έχει φυλακισμένα.

     Ο εχθρός γνωρίζει την δύναμη του πατέρα τους, αλλά και γνωρίζει ότι είναι απόλυτα δίκαιος. Γνωρίζει ότι μπορεί να τον καταστρέψει, αλλά αν το κάνει αυτό τότε σαν δίκαιος πρέπει να καταστρέψει και τα παιδιά του. Επειτα αφού τα παιδιά του επέλεξαν με δική τους ευθύνη τον εχθρό, δεν υπάρχει δίκαιος δρόμος από τον οποίο θα μπορούσε να πάει ο πατέρας στα παιδιά του, και μέσα σε άδικο δρόμο δεν περπατάει. Πως πηγαίνεις δίκαια σε ένα μέρος που δεν σε θέλουν; Ο Διάβολος λέει, δεν είναι δίκαιο να έρθεις, διότι δεν Σε θέλουν!

    Σχεδόν τα πάντα ανήκαν στον Μέγα Δράκο.Τα αθώα παιδιά ήταν τα μόνα που ανήκαν απόλυτα στο Θεό, και το αίμα των οποίων έχυσε ο διάβολος, μέσω του υπηρέτη του Ηρώδη, ήταν φόρος εκδικητικής ικανοποίησης για τον διάβολο, και συγχρόνως εξιλεωμένος δρόμος εισόδου, ώστε ο Κύριος να εισέρθει δίκαια στο βασίλειο του διαβόλου, να σώσει τους ανθρώπους, και να  καταστρέψει το κράτος του εχθρού. Ο Υψιστος είναι ο Κυρίαρχος της ζωής, και τα αθώα παιδιά που έσφαξε το ερπετό, αυτά έγιναν Αγγελοι, και ζουν για πάντα κοντά στον θρόνο του Υπερτάτου.    

 Συνέχεια απ'το κατά Λουκά. Απ'το εδάφιο 23, κεφ. 2 Και αφού συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού της σύμφωνα με τον νόμο, ή καλύτερα σύμφωνα με την παράδοση, η οποία γράφτηκε στο νόμο, ανέβασαν το Παιδί στην Ιερουσαλήμ. Και ήταν ένας άνθρωπος απ'την Ιερουσαλήμ ονομαζόμενος Συμεών, και ήταν δίκαιος και ευλαβής, περιμένοντας την παρηγοριά του Ισραήλ, και το Αγιο Πνεύμα ήταν πάνω του. Του είχε αποκαλυφθεί απ'το Αγιο Πνεύμα, ότι δεν θα πέθενε πριν δει τον Μεσσία του Κυρίου. Και ήρθε για του Πνεύματος στον ιερό, και όταν οι γονείς έφεραν το Παδί για να κάμουν τα συνηθισμένα του νόμου, πήρε το Παιδί στην αγκαλιά του και δόξασε το Θεό και είπε, τώρα πάρε τον δούλο Σου Κύριε, όπως το είπες, εν ειρήνη, γιατί είδαν τα μάτια μου τον Σωτήρα Σου που ετοίμασες ενώπιον όλων των λαών, Φως να φωτίζει τα έθνη, και δόξα Σου απ'τον λαό Ισραήλ. Και ο Ιωσήφ και η Μητέρα Του εθαύμαζαν με τα λεγόμενα του. Και τους ευλόγησε ο Συμεών και είπε στη Μαρία, ιδού Αυτός είναι για πτώση και ανάσταση πολλών στον Ισραήλ, και σε σημείο αντιλεγόμενο, και την ψυχή σου ρομφαία θα διαπεράσει, για να ανακαλυφθούν οι διαλογισμοί πολλών καρδιών.   

      Και ήταν κάποια Αννα προφήτισσα, κόρη του Φανουήλ, απ'την φυλή του Ασήρ, αυτή ήταν προχωρημένη στην ηλικία, και έζησε με τον άνδρα της εφτά χρόνια απ'την παρθενία της. Και ήταν χήρα ως τα ογδόντα τέσσαρα χρόνια της, και δεν έφευγε απ'τον ιερό νύχτα και μέρα, λατρεύοντας το Θεό με νηστείες και προσευχές, και αυτή έφθασε ως αυτή τη ώρα, δόξαζε το Θεό, και μιλούσε για τον Κύριο σε όλους που περίμεναν λύτρωση στην Ιερουσαλήμ. Και αφού τελείωσαν σύμφωνα με το νόμο του Κυρίου, επέστρεψαν στην Γαλιλαία στην πόλη τους Ναζαρέτ. Μετά πήγαιναν απ'την Ναζαρέτ κάθε χρόνο στην Ιερουσαλήμ στη γιορτή του πάσχα, και όταν ήταν δώδεκα ετών, και πήγαν στην Ιερουσαλήμ κατά την γιορτή και τελείωσαν οι ημέρες, ενώ αυτοί επέστρεφαν, το Παιδί ο Ιησούς έμεινε πίσω στην Ιερουσαλήμ, και ο Ιωσήφ και η μητέρα Του δεν το κατάλαβαν. Νομίζοντας ότι ήταν με την παρέα, ήρθαν μια ημέρα δρόμο και Τον ζητούσαν μεταξύ των συγγενών και των γνωστών, και επειδή δεν Τον βρήκαν ξαναγύρισαν στην Ιερουσαλήμ.

    Μετά τρεις μέρες Τον βρήκαν στον ιερό καθισμένο ανάμεσα από δασκάλους και τους άκουγε και τους ρωτούσε. Εμεναν κατάπληκτοι όλοι που Τον άκουγαν, για την σύνεση και τις απαντήσεις Του. Και Του είπε η μητέρα Του, Παιδί μου γιατί μας το έκανες αυτό; Και τους είπε, γιατί Με ζητάτε; Δεν ξέρετε ότι πρέπει να είμαι στα του Πατέρα Μου; Και δεν κατάλαβαν τι εννοούσε.  

   Καθώς Πιστεύω.  Ομως η δική μου άποψη είναι ότι μάλλον  τους έφερε σε δύσκολη θέση με το να αποκαλεί τον Θεό Πατέρα Του μπροστά σε άλλους, γιατί ήξεραν ότι η άνωθεν Γέννηση Του έπρεπε να παραμείνει μυστική έως που να έρθει ο καιρός της αποκάλυψης, γιαυτό δεν είπαν τίποτα ώστε να μην καταλάβουν οι άλλοι τι εννοούσε. 

    Σχετικά με την νηστεία στην έρημο και το πως γνώρισε τους πρώτους μαθητές Του ο Ιωάννης γράφει. Την άλλη ημέρα έστεκε ο Ιωάννης και δύο μαθητές του, και καθώς Τον είδε που περπατούσε λέει: Αυτός είναι ο Αμνός του Θεού. Και καθώς άκουσαν οι μαθητές που μιλούσε, Τον ακολούθησαν. Ο Κύριος γύρισε και τους είπε, τι θέλετε; Και αυτοί είπαν, Δάσκαλε που μένεις; Και τους είπε, ελάτε να δείτε. Και αυτοί επήγαν και είδαν που έμενε, και έμειναν μαζί Του όλη την ημέρα, η ώρα ήταν περίπου δέκα. 

       Ο Ματθαίος γράφει, όπως επίσης και οι Μάρκος και Λουκάς, ότι μετά που ο Κύριος βαπτίστηκε, πήγε στην έρημο υπό του Πνεύματος για να πειραχθεί από τον διάβολο, και εκεί νήστεψε σαράντα ημέρες. Επρεπε να νηστέψει και να δοκιμαστεί πρώτα σαν Ανθρωπος, γιατί έπρεπε να νικήσει τον διάβολο σαν Ανθρωπος. Και καθώς διαπιστώνουμε, οι απαντήσεις που έδινε στο διάβολο ήταν καθαρά ανθρώπινες. Είτε φαινομενικά καλό έλεγε ο διάβολος είτε αλήθεια ή ψέματα, ο Κύριος σαν Ανθρωπος δεν συμφώνησε καθόλου μαζί του.  Και αυτό είναι το μήνυμα, ποτέ μην συμφωνάς με το διάβολο, το ύπουλο ερπετό δεν έχει ποτέ το καλό στο πνεύμα του, πάντα εκείνο που επιδιώκει είναι να παγιδέψει, και να αποσπάσει κάποιον από το Θεό. Μετά την νίκη Του ήταν πια ο πανέτοιμος Θεός, ο Θεός που αμέσως άρχισε το Εργο Του για την σωτηρία των ανθρώπων, αρχίζοντας τη μεγάλη πορεία Του, και τον αμείλικτο πόλεμο Του για την συντριβή του κράτους του εχθρού.     

 

 Η συνέχεια σχετικά με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή. Και οι τέσσαροι λένε περίπου τα ίδια. Ερμηνεύοντας επίσης τις προφητείες του Δανιήλ, (τις 2300 ημέρες) Δανιήλ 8: 13, 14, κατανοούμε ότι  ο Κύριος ήταν περίπου 27 χρονών, όταν ο Ιωάννης άρχισε να βαπτίζει και να καλεί τον κόσμο να μετανοήσει. Ο Ιωάννης φορούσε ένδυμα από τρίχες καμήλου, και δερμάτινη ζώνη στη μέση του, ενώ η τροφή του ήταν ακρίδες και άγριο μέλι. Ηταν σύμφωνα με τον Λουκά, ο δέκατος πέμπτος χρόνος της ηγεμονίας του Τιβερίου Καίσαρα, όταν ο Πόντιος Πιλάτος ήταν ηγεμόνας της Ιουδαίας, και τετράρχης της Γαλιλαίας ήταν ο Ηρώδης, και ο Φίλιππος ο αδερφός του ήταν τετράρχης της Ιτουραίας και της Τραχωνίδας, και ο Λυσανίας ήταν τετράρχης της Αβιληνής, επί των αρχιερέων Αννα και Καϊάφα, τότε κάλεσε ο Κύριος τον Ιωάννη τον υιό του Ζαχαρία στην έρημο. Και ήρθε σε όλη την περίχωρο του Ιορδάνη κηρύττοντας βάπτισμα μετανοίας, για άφεση αμαρτιών, όπως είναι γραμμένο στο βιβλίο του προφήτη Ησαία, φωνή ακούγεται στην έρημο, ετοιμάστε τον δρόμο του Κυρίου, κάνετε ίσια τα περάσματα Του. Κάθε φαράγγι θα γεμίσει, και κάθε όρος και βουνό θα ταπεινωθεί, και τα στραβά θα γίνουν ίσια, και οι σκληροί δρόμοι ομαλοί. Και κάθε σάρκα θα δει το σωτήριο του Θεού.

     Και έλεγε σε πολλούς που έρχονταν να βαπτιστούν, παιδιά οχιών, ποιός σας έδειξε να φύγετε από την μέλλουσα κρίση; Κάνετε λοιπόν καρπούς άξιους της μετανοίας σας, και μην αρχίζετε να λέτε στους εαυτούς σας, έχουμε πατέρα τον Αβραάμ, γιατί σας λέω, ο Θεός μπορεί από τούτες τις πέτρες να αναστήσει παιδιά του Αβραάμ. Ηδη η αξίνα είναι στις ρίζες των δένδρων, κάθε δένδρο που δεν κάνει καλό καρπό, κόβεται και ρίχνεται στη φωτιά. Και τον ρωτούσαν, τι λοιπόν πρέπει να κάνουμε; Και τους είπε, αυτός που έχει δύο χιτώνες ας δώσει τον ένα σε αυτόν που δεν έχει, και εκείνος που έχει τροφές ας κάνει το ίδιο. Πολλοί νόμιζαν ότι ο Ιωάννης ήταν ο Μεσσίας, και  γιαυτό οι Ιουδαίοι έστειλαν απ'την Ιερουσαλήμ ιερείς και λευίτες για να τον ρωτήσουν. Εσύ ποιός είσαι; Και ομολόγησε και δεν αρνήθηκε, ομολόγησε, δεν είμαι εγώ ο Χριστός. Και αυτοί τον ρώτησαν: ποιός λοιπόν είσαι; Μήπως είσαι ο Ηλίας; Και εκείνος είπε, δεν είμαι.

     Μήπως είσαι προφήτης; Οχι. Του είπαν λοιπόν, ποιός είσαι; Για να δώσουμε απάντηση σ'αυτούς που μας έστειλαν, τι λες για τον εαυτό σου;  Και εκείνος τους είπε, εγώ είμαι η φωνή που ακούγεται στη έρημο, κάνετε ίσιο τον δρόμο του Κυρίου, καθώς είπε ο προφήτης Ησαΐας. Ησαΐας 40, μ, 3. Οι απεσταλμένοι ήταν άνθρωποι των Φαρισαίων, και τον ρώτησαν και του είπαν: αφού λοιπόν δεν είσαι ο Χριστός, ούτε ο Ηλίας ούτε είσαι προφήτης, τότε γιατί βαπτίζεις; Και ο Ιωάννης τους είπε, εγώ βαπτίζω με νερό, ανάμεσα σας όμως υπάρχει Εκείνος τον οποίον εσείς δεν γνωρίζετε, Αυτός είναι που έρχεται μετά από εμένα, είναι ο ανώτερος μου, εγώ δεν είμαι άξιος να Του λύσω ούτε το κορδόνι του παπουτσιού Του.

  Καθώς Πιστεύω. Εδώ λοιπόν επαναλαμβάνω πάλι την περίοδο της ερήμου και την βάπτιση του Κυρίου. Το συμπέρασμα είναι ότι τρία χρόνια περίπου μετά που ο Ιωάννης άρχισε να βαπτίζει, και ενώ ο Κύριος πλησίαζε να κλείσει τα τριάντα Του χρόνια, και πλησίαζαν οι ημέρες να αρχίσει το έργο της σωτηρίας, ο Κύριος πήγε στην έρημο για να νηστέψει και να δοκιμαστεί σαν Ανθρωπος. Αφού τελείωσαν οι ημέρες της νηστείας Του, ήταν πολύ πεινασμένος. Και ο διάβολος Του είπε, αν είσαι ο Υιός του Θεού, διάταξε αυτές τις πέτρες να γίνουν ψωμιά. Και Εκείνος του απάντησε, είναι γραμμένο, ότι ο άνθρωπος δεν θα ζει μόνο με ψωμί, αλλά και με κάθε λόγο του Θεού. (Δηλαδή ο άνθρωπος δεν θα ζει μόνο υλικά, αλλά κυρίως θα ζει και πνευματικά μέσω του Θείου Λόγου). 

     Τότε Τον έφερε στη αγία πόλη, και Τον έστησε στην πτέρυγα του ιερού, και Του είπε, εάν είσαι ο Υιός του Θεού, πέσε κάτω, γιατί είναι γραμμένο, θα διατάξει τους Αγγέλους Του για Εσένα, και θα Σε σηκώσουν στα χέρια τους για να μην σκοντάψεις σε πέτρα το πόδι Σου. Και του είπε ο Κύριος, πάλι είναι γραμμένο, δεν θα πειράξεις Κύριον τον Θεό σου. Δευτ. 6, 16. Πάλι Τον πήρε και Τον έφερε σε ψηλό βουνό, και Του έδειξε όλα τα βασίλια του κόσμου και τη δόξα τους. Και Του είπε, όλα αυτά θα Σου τα δώσω, εάν πέσεις και με προσκυνήσεις. Και ο Κύριος του είπε, πήγαινε σατανά, γιατί είναι γραμμένο, Κύριο τον Θεό σου θα προσκυνήσεις, και Αυτόν μόνο θα λατρέψεις. Τότε Τον άφησε ο διάβολος και ήρθαν Αγγελοι και Τον υπηρετούσαν. 

     Συμπερασματικά λοιπόν λέμε ότι μετά τη  νηστεία στην έρημο, και την νίκη Του επί του διαβόλου, ο Κύριος πήγε στον Ιωάννη  να βαπτιστεί.  Ομως ο Ιωάννης αρνιώταν και Του έλεγε, εγώ χρειάζομαι να βαπτιστώ από Εσένα, και Εσύ έρχεσαι σε εμένα; Και ο Κύριος του είπε, έφησε τα τώρα, γιατί έτσι πρέπει για εμάς, να εκπληρώσουμε κάθε δικαιοσύνη. Και καθώς βαπτίστηκε ο Κύριος ανέβηκε αμέσως απ'το νερό, και τότε ανοίχτηκαν για Αυτόν οι ουρανοί, και είδε το Πνεύμα του Θεού που κατέβαινε σαν περιστέρι και ερχόταν πάνω Του. Και φωνή απ'τον ουρανό έλεγε, Αυτός είναι ο Υιός Μου ο αγαπητός, στον οποίον ευαρεστήθηκα.

 

   Καθώς Πιστεύω. Η θάλασσα συμβολίζει γενικά λαούς και έθνη και γλώσσες, και το νερό της βάπτισης συμβολίζει το λαό του Θεού που αναδύεται μέσα από τα νερά, δηλαδή που αναδύεται μέσα από τους λαούς και καθαρίζεται, αγιάζεται, ξεχωρίζει, ώστε να ανήκει στο Θεό. Η βάπτιση, λοιπόν, είναι συμβολική, πνευματική, και φυσικά το ίδιο το νερό είναι απλώς νερό, τίποτα παραπάνω. Ο καθένας πρέπει να βαπτίζεται με δική του επιλογή, καθώς το να ανήκει στο λαό του Θεού, πρέπει να το επιλέξει ο ίδιος. Εκείνος που βαπτίζεται ομολογεί πρώτα την πίστη του στο Χριστό, δηλαδή ομολογεί ότι θέλει να ανήκει στο λαό του Θεού. Αν λόγω των συνθηκών δεν γνωρίζει τον Κύριο και δεν βαπτιστεί, δεν έχει ευθύνες. Υπάρχουν επίσης και κάποιοι άλλοι άνθρωποι που έχουν μεν αγάπη, πίστη και υπακοή στο Χριστό, αλλά έχουν άλλη ερμηνεία και πίστη για τη βάπτιση. Δηλαδή πιστεύουν μόνο στην πνευματική βάπτιση, απορρίπτωντας την κυριολεκτική που παραπέμπει στην πνευματική, η οποία λόγω ιστορικών συνθηκών ήταν αναγκαία και η κυριολεκτική βάπτιση.

     Ωστόσο, οι Ορθόδοξοι όσο και οι Καθολικοί θα έλεγε κανείς ότι δεν βαπτίζονται αφού δεν το επιλέγουν οι ίδιοι. Μας βάπτισαν σε μια ηλικία που ούτε καν το υποψιαστήκαμε. Αλλά αυτό δεν είναι κακό. Μια τέτοια βάπτιση έχει θα λέγαμε αναδρομική ισχύ. Δεν το επιλέξαμε μεν, αλλά θα ισχύει δε, αν ενήλικοι πιστεύουμε στο Χριστό. Μας βάπτισαν οι γονείς μας, και αν μεν δεν πιστεύουμε την απορρίπτουμε, ενώ αν πιστεύουμε αποδεχόμαστε εκείνη τη βάπτιση, και αυτό αρκεί, οπότε δεν χρειάζεται να ξαναβαπτιστούμε, κατά την άποψή μου. Δεν είναι κακό πράγμα η νηπιοβάπτιση, αντίθετα υπηρέτησε σχέδια του Δημιουργού,  παρόλο που το πρόβλημα, ή μάλλον η βλάσφημη αντίληψη ενυπάρχει στο γιατί βαπτίζουν τα μωρά! Γιατί βαπτίζουν τα μωρά;; Ούτε λίγο ούτε πολύ για να μην...καταλήξουν στη κόλαση αν τυχόν πεθάνουν αβάπτιστα! Παρόλο που ο Κύριος είπε ξεκάθαρα πως η Βασιλεία Του ανήκει στα παιδιά χωρίς βάπτιση και χωρίς καμμία προυπόθεση! 

    Οταν για παράδειγμα οι μαθητές εμπόδιζαν τα παιδιά να έρθουν κοντά Του, Εκείνος τους είπε αφήστε τα παιδιά να έρθουν κοντά Μου, διότι αυτών ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών, δεν τους είπε, τρέξτε πρώτα να τα βαπτίσετε γιατί αν τυχόν και πεθάνει κάποιο αβάπτιστο θα καταλήξει στην κόλαση! Και όμως αυτοί οι άνθρωποι που έχουν τέτοιες βλάσφημες αντιλήψεις για το Θεό, έχουν το σθένος να μιλούν και για αιρέσεις από πάνω! Σε κάθε περίπτωση η αγάπη, η πίστη και υπακοή στο Χριστό έχουν σημασία, το Πνεύμα σώζει, όχι το γράμμα, ο Χριστός σώζει, και φυσικά το ίδιο το νερό της βάπτισης ποτέ δεν σώζει κανένα. Το νερό δεν σώζει, αλλά αφού ο Ιδιος ο Κύριος για πολύπλοκους λόγους βαπτίστηκε σαν Ανθρωπος, σαν Υιός ανθρώπου, λογικά και οι πιστοί Του όταν μπορούν πρέπει να κάνουν το ίδιο. Τίποτα περισσότερο.

 Η συνέχεια απ'το εδάφιο 35 του 1ου κεφαλαίου απ'το κατά Ιωάννη.  Την άλλη ημέρα πάλι έστεκε ο Ιωάννης και δύο μαθητές του, και καθώς είδε τον Κύριο που περπατούσε λέει: Αυτός είναι ο Αμνός του Θεού. Και καθώς άκουσαν οι μαθητές που μιλούσε, ακολούθησαν τον Κύριο. Ο Κύριος γύρισε και τους είδε που Τον ακολουθούσαν και τους είπε, τι θέλετε; Και αυτοί είπαν, Δάσκαλε που μένεις; Και τους είπε, ελάτε να δείτε. Και αυτοί επήγαν και είδαν που μένει, και έμειναν μαζί Του όλη την ημέρα, η ώρα ήταν περίπου δέκα. Ο ένας που Τον ακολούθησε ήταν ο Ανδρέας ο αδερφός του Σίμωνος Πέτρου. Αυτός πρώτος βρίσκει τον αδερφό του τον Σίμωνα και του λέει, ευρήκαμε τον Μεσσία, τον Χριστό, και τον έφερε στον Κύριο. Ο Κύριος τον κοίταξε και του είπε, εσύ είσαι ο Σίμων ο γιος του Ιωνά, εσένα σε ονομάζω Κηφά, το οποίο σημαίνει Πέτρος. Την άλλη ημέρα θέλησε ο Κύριος να πάει στην Γαλιλαία, και βρίσκει τον Φίλιππο και του λέει, ακολούθησε Με. Ο Φίλιππος καταγόταν απ'την Βηθσαϊδά, απ'την ίδια πόλη του Ανδρέα και Πέτρου. Εβρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και του λέει, ευρήκαμε Εκείνον για τον οποίον έγραψε ο Μωυσής στο νόμο, και οι προφήτες, είναι ο Ιησούς του Ιωσήφ απ'την Ναζαρέτ.  

     Και του είπε ο Ναθαναήλ, είναι δυνατόν να προέλθει κάτι αγαθό απ'την Ναζαρέτ;  Και του είπε ο Φίλιππος, έλα να δεις. Ο Κύριος είδε τον Ναθαναήλ που ερχόταν και του είπε, να ένας αληθινός Ισραηλίτης στον οποίον δεν υπάρχει πονηριά. Και ο Ναθαναήλ είπε, πούθε με γνωρίζεις; Και ο Κύριος του είπε, πριν σε φωνάξει ο Φίλιππος σε είδα κάτω απ'τη συκιά. Αποκρίθηκε ο Ναθαναήλ και είπε, Δάσκαλε, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο Βασιλεύς του Ισραήλ. Και ο Κύριος του είπε, πιστεύεις επειδή σου είπα, σε είδα κάτω απ'τη συκιά; Θα δεις πολύ πιο μεγάλα απ'αυτό. Αλήθεια σας λέω, από τώρα θα βλέπετε ανοιγμένο τον ουρανό, και τους Αγγέλους του Θεού, που θα ανεβαίνουν και θα κατεβαίνουν πάνω στον Υιόν του ανθρώπου.  

   

   Καθώς Πιστεύω. Και εδώ επίσης υπάρχουν κάποιες διαφορές μεταξύ του Ιωάννη και των άλλων Ευαγγελιστών, σχετικά με το πως Τον γνώρισαν και Τον ακολούθησαν οι πρώτοι μαθητές Του. Ο Ματθαίος γράφει. (Ματθαίου δ, 4: 18.) Καθώς περπατούσε κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας είδε δυό αδερφούς, Σίμωνα τον λεγόμενο Πέτρο, και τον αδερφό του τον Ανδρέα, οι οποίοι έρριχναν δύχτι στη θάλασσα, γιατί ήταν ψαράδες. Και τους είπε, ακολουθήστε Με και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων. Και αυτοί άφησαν τα δύχτια τους και Τον ακολούθησαν.

       Και ο Λουκάς γράφει. (Λουκάς ε, 5:1). Ενώ δε ο λαός Τον συνέθλιβε για να ακούει το λόγο του Θεού, Αυτός ήταν πλησίον της λίμνης Γεννησαρέτ, και είδε δύο πλοία αραγμένα ενώ δυο ψαράδες εξέπλεναν τα δύχτια. Επειδή είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, μπήκε σε ένα πλοίο και ζήτησε από τους ψαράδες να απομακρύνουν λίγο το πλοίο από τη στεριά. Και αφού κάθισε στο πλοίο άρχισε να διδάσκει τον κόσμο. Αφού τελείωσε, είπε στον Σίμωνα, ξαναφέρτε το πλοίο στα βαθιά και ρίχτε τα δύχτια σας να ψαρέψετε. Και ο Σίμων Του είπε, Δάσκαλε ψαρεύαμε όλη τη νύχτα και δεν πιάσαμε κανένα, αλλά αφού μας το ζητάς Εσύ, θα τα ρίξουμε. Και αφού πήγαν και τα έρριξαν, έπιασαν τόσα πολλά ψάρια ώστε τα δύχτια σκιζόταν και δεν μπορούσαν να τα βγάλουν έξω. Και καλούσαν τους συντρόφους τους από τα άλλα πλοία να έρθουν να βοηθήσουν. Και ήρθαν και γέμισαν τόσο πολύ τα πλοία μέχρι που βυθιζόντουσαν. Οταν ο Σίμων είδε το θαύμα έπεσε στα γόνατα μπροστά Του λέγοντας: Κύριε φύγε μακριά από εμένα γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός. Ολοι είχαν μείνει κατάπληκτοι από τα τόσα ψάρια που έπιασαν. Το ίδιο και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, τα παιδιά του Ζεβεδαίου, οι οποίοι ήταν σύντροφοι του Σίμωνα. Και ο Κύριος είπε στον Σίμωνα, μην φοβάσαι, από τώρα θα ψαρεύεις ανθρώπους. Και αυτοί άφησαν τα δύχτια και τα πλοία και Τον ακολούθησαν.  

     Και ο Μάρκος γράφει. (Μάρκου, α, 1: 16.) Ο Κύριος περπατούσε πλησίον της θάλασσας της Γαλιλαίας, και είδε τον Σίμωνα και τον αδερφό του τον Ανδρέα οι οποίοι έρριχναν τα δύχτια στη θάλασσα, γιατί ήταν ψαράδες. Και τους είπε, ακολουθήστε Με και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων. Και αμέσως άφησαν τα δύχτια και Τον ακολούθησαν. Και αφού προχώρησε πιο πέρα είδε τον Ιάκωβο τον υιό του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννη τον αδερφό του, και αυτοί ήταν στο πλοίο και επισκεύαζαν τα δύχτια. Και τους εκάλεσε και αυτούς, και άφησαν τον πατέρα τους με τους μισθωτούς στο πλοίο και Τον ακολούθησαν.

   Καθώς Πιστεύω.  Βλέπουμε λοιπόν ότι τόσο ο Λουκάς όσο και ο Ματθαίος και Μάρκος, έγραψαν ότι ο Κύριος κάλεσε τους πρώτους μαθητές Του από την θάλασσα της Γαλιλαίας, και αυτοί ήταν ο Σίμων Πέτρος, Ανδρέας, ο αδερφός του, και οι δύο άλλοι αδερφοί, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης. Ομως ο Ιωάννης, ο οποίος ήταν ένας από αυτούς, έγραψε ότι ο Ανδρέας και μάλλον ο ίδιος ο Ιωάννης ήταν μαθητές του Ιωάννη του Βαπτιστή. Εγραψε επίσης ότι ο Ανδρέας έφερε τον αδερφό του τον Σίμωνα στον Κύριο, και από την πρώτη στιγμή ο Κύριος τον ονόμασε Πέτρο.

      Τώρα βεβαίως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι αυτοί ήταν ψαράδες, και άλλωστε αυτό το επιβεβαιώνουν και οι τέσσαροι Ευαγγελιστές. Γιατί και ο Ιωάννης γράφει στο 21ο κεφάλαιο, (μετά την Ανάσταση) ότι ο Πέτρος μπήκε στο πλοίο και μαζί του πήγαν και οι άλλοι μαθητές να ψαρέψουν. Καθώς γράφει, έρριξαν τα δίχτυα, αλλά όλη τη νύχτα δεν έπιασαν κανένα. Και ο Κύριος που έστεκε στην ακροθαλασσιά τους είπε, ρίχτε τα δίχτυα στη δεξιά μεριά του πλοίου και θα πιάσετε. Και αφού τα έρριξαν, δεν μπορούσαν να τα τραβήξουν από το πλήθος των ψαριών. Αυτό το θαύμα το οποίο έγινε μετά την Ανάσταση του Κυρίου το αναφέρει μόνο ο Ιωάννης. Ο Λουκάς είναι επίσης ο μόνος που αναφέρει το άλλο παρόμοιο θαύμα, και το οποίο σύμφωνα με τον Λουκά έγινε στην αρχή. Ωστόσο ο Λουκάς δεν ήταν εκεί ο ίδιος, σίγουρα το άκουσε, αλλά δεν ήξερε πότε ακριβώς έγινε, και επειδή αυτό το θαύμα είχε σχέση με τον Πέτρο, μάλλον θα υπέθεσε, ή οι δικές του πληροφορίες έλεγαν ότι έγινε στην αρχή.

       Ομως σίγουρα θα έγινε και αυτό το θαύμα που αναφέρει ο Λουκάς, αλλά όχι στην αρχή.  Ο Λουκάς αναφέρει  ότι ο λαός Τον συνέθλιβε και μπήκε μέσα στο πλοίο του Πέτρου, ζητώντας να απομακρύνει λίγο το πλοίο του από την στεριά. Στη συνέχεια αναφέρει το θαύμα με τα ψάρια, και αναφέρει επίσης ότι ο Πέτρος έπεσε μπροστά στον Κύριο και Τον παρακαλούσε να φύγει γιατί ήταν άνθρωπος αμαρτωλός. Ομως όχι στην αρχή και δεν πρέπει να ήταν ο Πέτρος, μάλλον επρόκειτο για κάποιον άλλο ψαρά. Τώρα όσο για τα λόγια του Κυρίου, "ακολουθήστε Με και θα σας κάμω ψαράδες ανθρώπων", μάλλον έτσι εξηγήται.

     Ο Ιωάννης αναφέρει ότι Τον ακολούθησαν και έμειναν μαζί Του έως την δέκατη ώρα, μετά έφυγαν. Αλλά αφού έφυγαν κάπου πήγαν, και φαίνεται ότι πήγαν για ψάρεμα. Διότι ήταν μεν μαθητές του Ιωάννη, αλλά έπρεπε και να δουλεύουν για να ζήσουν. Φαίνεται λοιπόν ότι πήγαν για ψάρεμα, και ο Κύριος τους συνάντησε πάλι την άλλη ημέρα το πρωί στη θάλασσα, και καθώς τους είδε να ψαρεύουν, τους είπε ακολουθήστε Με και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων. Εκεί ο Ανδρέας έφερε στον Κύριο και τον αδερφό του τον Σίμωνα τον οποίον ονόμασε Πέτρο.

 

 Κεφάλαιο 2 στο κατά Ιωάννη. Την τρίτη ημέρα έγινε γάμος στην Κανά της Γαλιλαίας, και εκεί ήταν η Μητέρα Του. Κάλεσαν επίσης τον Κύριο με τους μαθητές Του στο γάμο. Επειδή τελείωσε το κρασί Του λέει η μητέρα Του. Δεν έχουν κρασί. Και ο Κύριος της είπε, τι υπάρχει μεταξύ μας γυναίκα; Δεν ήρθε ακόμα η ώρα Μου.  Και είπε η μητέρα Του στους υπηρέτες, κάνετε ότι σας πει. Υπήρχαν εκεί 6 πέτρινες στάμνες κατά το έθιμο του καθαρισμού των Ιουδαίων, και η κάθε μία χωρούσε δύο ως τρία μέτρα. Και ο Κύριος τους είπε, γεμίστε τες με νερό. Και τις γέμισαν μέχρι πάνω. Και ο Κύριος τους είπε, αντλήστε τώρα και προσφέρετε στον αρχιτρίκλινο. Και του έδωσαν να πιεί. Καθώς ο αρχιτρίκλινος δοκίμασε το νερό το οποίο είχε μετατραπεί σε κρασί και δεν ήξερε πούθε είναι, οι υπηρέτες όμως ήξεραν ότι άντλησαν νερό, φωνάζει τον γαμπρό και του λέει, κάθε άνθρωπος προσφέρει πρώτα το καλό κρασί, και αφού πιουν πολύ, μετά προσφέρει το κατώτερο, εσύ όμως φύλαξες το καλό κρασί ως το τώρα. Αυτή ήταν η αρχή των θαυμάτων του Κυρίου στην Κανά της Γαλιλαίας, και εφανέρωσε τη δόξα Του, και πίστεψαν οι μαθητές Του.

 

   Καθώς Πιστεύω.  Το Θαύμα της Κανά. Ας δούμε την ερμηνεία αυτού του θαύματος, και τι εννοούσε ο Κύριος με τα λόγια, "τι είναι μεταξύ μας γυναίκα". Κάποιοι συγχυσμένοι α-θεϊστές που παριστάνουν τους "κριτές" του Κυρίου, ερμηνεύουν αυτά τα λόγια όπως νομίζουν πως τους συμφέρει. Λένε ότι δήθεν ο Κύριος μίλησε με..."ασέβεια" προς την Μητέρα Του. Αθλια λόγια ταλαίπωρων ανθρώπων, που λόγω της απιστίας τους δεν μπορούν να κατανοήσουν ότι αυτά που έκαμε ο Κύριος ήταν προκαθορισμένα, και ποτέ κανείς δεν Τον υποχρέωσε να κάνει κάτι που δεν ήθελε. Ηξερε βέβαια πριν πάει στο γάμο ότι επρόκειτο να κάμει αυτό το θαύμα, και φυσικά δεν Του το επέβαλε η Μητέρα Του. Ούτε άλλωστε απευθύνθηκε ακριβώς στην Μητέρα Του, δεν εννοούσε τη Μητέρα Του όταν είπε τι είναι μεταξύ μας.

    Βέβαια θα πρέπει να επισημάνουμε ότι περνάει και το εύλογο μήνυμα, σύμφωνα με το οποίο ο νέος που παντρεύεται θα πρέπει να κόψει και τον ομφάλιο λώρο του. Κάτι που είναι βασικότατο όταν παντρεύεται, αλλά ως εκεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι φέρθηκε άσχημα στην Μητέρα Του, απλά έπρεπε να περάσει ένα αναγκαίο μήνυμα στον κόσμο. Η διδασκαλία Του και τα μηνύματά Του έχουν μεν διατυπωθεί σε απλοική γλώσσα, είναι όμως πολύπλοκα, ταξιδεύουν πολύ μακριά...

   Καθώς διαβάζουμε δεν είπε τι είναι μεταξύ μας Μητέρα, αλλά τι είναι μεταξύ μας γυναίκα. Και επίσης είπε, δεν ήρθε ακόμα η ώρα Μου. Διότι ναι μεν ο νέος πρέπει να κόβει τον ομφάλιο λώρο του προκειμένου να παντρευτεί, αλλά δεν είπε μόνο αυτό. Δεν εννοούσε τι ήταν μεταξύ Αυτού και της Μητέρας Του, αλλά τι είναι, δηλαδή τι πρέπει να είναι μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας. Γινόταν ένας γάμος, και εννοούσε ποιές πρέπει να είναι οι σχέσεις μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας. Με τα λόγια "δεν ήρθε ακόμα η ώρα Μου" εννοούσε πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα Μου σαν Νυμφίος. Οχι Νυμφίος μιας γυναίκας, αλλά Νυμφίος ψυχών. Ηταν ακόμα στην αρχή του έργου Του, και ο λαός δεν Τον γνώριζε ακόμα. Με το πρώτο θαύμα που έκαμε, άρχισε και την πορεία Του να κατακτήσει ψυχές και να γίνει ο Μεγάλος Νυμφίος ψυχών.  

      Ξεκίνησε την πορεία Του καλεσμένος σε ένα γάμο κάνοντας το πρώτο Του  θαύμα. Είναι σαν να είπε, καλημέρα άνθρωπε, εσύ παντρεύεσαι και χαίρεσαι, και Εγώ αρχίζω την πορεία Μου προς την κατάκτηση και την σωτηρία της ψυχής σου, αρχίζω από ένα γάμο, απο μια ιδιαίτερη χαρά σου, και Εγώ σαν Ανθρωπος θα μπορούσα να ήμουν νυμφίος μιας γυναίκας, και Είμαι Νυμφίος, όχι μιας γυναίκας, αλλά Νυμφίος ψυχών, ωστόσο δεν ήρθε ακόμα η ώρα Μου. Δεν Με γνωρίζεις ακόμα.

      Με την παρουσία Του στο γάμο, και με το να προσφέρει κρασί, διδάσκει ότι ο γάμος είναι ευλογία, και αναγνωρίζει επίσης ότι στις χαρές τους οι άνθρωποι μπορούν να πίνουν λίγο κρασί και να χαίρονται, το κρασί γενικά επιτρέπεται και κυρίως σε αυτές τις περιπτώσεις, αλλά στο βαθμό που ο άνθρωπος παραμένει ελεύθερος, που δεν υποδουλώνεται ούτε στο κρασί, ούτε σε κανένα άλλο πάθος. Δεν πρέπει επίσης να υποδουλώνεται στην γυναίκα του, και αντίστροφα ή γυναίκα δεν πρέπει να υποδουλώνεται στον άνδρα της. Οταν παντρεύονται γίνονται σαν ένα σώμα, αλλά το ένα σώμα πρέπει πρώτα να υπακούει στο Θεό, και μόνο το Θεό να λατρεύει. Αν ο ένας από τους δύο αντιστρέφει τους όρους, και γίνεται εμπόδιο της πίστης του άλλου, τότε ο άλλος ας αναρωτηθεί και ας αποφασίσει τι πρέπει να είναι μεταξύ τους. Ποιός είναι πάνω από όλα; Η γυναίκα ή ο Θεός; Ο άνδρας ή ο Θεός; Γιαυτό λέει, τι είναι μεταξύ μας γυναίκα; Τι είναι μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας; 

     Εως που μπορούν να φτάνουν οι σχέσεις τους, ποιά είναι τα επιτρεπτά όρια, και μέχρι ποιό σημείο τα δύο σώματα μπορούν να είναι ένα; Ναι, κανείς δεν πρέπει να τους χωρίζει, αλλά και κανένας από τους δύο δεν πρέπει να χωρίζει τον άλλον από το Θεό.  Τι πρέπει να κάνει η γυναίκα όταν ο άνδρας της, της απαγορεύει ας πούμε να πιστεύει στο Θεό; Και αντίστροφα τι πρέπει να κάνει ο άνδρας; Πρέπει να αγαπάει τον άνδρα της, αλλά δεν πρέπει  να τον λατρεύει, δεν πρέπει να ξεπερνάει τα όρια, δεν πρέπει να τον κάνει είδωλο της, δεν πρέπει να τον κάνει θεό της. Το ίδιο και για τον άνδρα. Γίνονται ένα σώμα, αλλά κανείς δεν πρέπει να λατρεύει κανένα σώμα, και βεβαίως ούτε το δικό του σώμα. Γιαυτό είπε ο Κύριος, τι είναι μεταξύ μας γυναίκα, δηλαδή ποιές πρέπει να είναι οι σχέσεις μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας.     

   Γενικότερα, η Παρουσία Του στο γάμο είναι πολύ πιο εύγλωττη από τα όποια λόγια, καθώς εκπέμπει όλα αυτά καθώς και άλλα ακόμα έμμεσα μηνύματα. Η ένωση δυο ανθρώπων, του άνδρα και της γυναίκας ΜΟΝΟ, είναι θέληση του Υψίστου. Και είναι σωστό να επισημοποιούν την ένωση τους, και να την χαίρονται. Δεν υπάρχει σκοτεινή πλευρά στα δώρα του Θεού, και σίγουρα το να παντρεύονται οι άνθρωποι είναι ένα από τα πιο φωτεινά Του δώρα, καθώς μέσω του γάμου ο Θεός συνεχίζει την δημιουργία νέων ανθρώπων, που όσο και αν υποφέρουν μέσα στο σκοτεινό βασίλειο του ερπετώδη νου, τελικά θα σωθούν και θα καταξιωθούν να ζουν για πάντα ευτυχισμένοι μέσα στους κόλπους του Αγαθού Πατέρα!

    Ετσι τα όρισε Εκείνος, ο άνδρας έλκεται προς τη γυναίκα, και αγαπάει τη γυναίκα, το ίδιο ακριβώς και για τη γυναίκα, έτσι τα όρισε και έτσι πρέπει να γίνονται! Τώρα το ερώτημα είναι, που το βρήκαν σωστό και γιατί δεν παντρεύονται τόσο οι αρχιποιμένες της Ορθοδοξίας, όσο και οι διάφοροι εκείνοι άνθρωποι καλόγεροι/καλόγριες, που τρέχουν να κρυφτούν μέσα σε μοναστήρια, ή μέσα σε τρύπες και σπηλιές, (που τους προσκυνούν και από πάνω) καθώς όσο και όλοι εκείνοι οι Καθολικοί;;; Γιατί;;

     Δυστυχώς υπάρχει μεγάλη και πατροπαράδοτη παρανόηση και ανοησία πάνω σε αυτό το μεγάλο θέμα, που ταλαιπωρεί αφάνταστα τους ιερωμένους. Τους ταλαιπωρούς οι πέρα απ'τα όρια αγνότητες,  με τον "βρώμικο"  έρωτα, κλπ.  Σαν να θέλουν  να...διορθώσουν το Θεό "περιφρονούν και θεωρούν αμαρτία" αυτό που Εκείνος εν σοφία εποίησε, με αποτέλεσμα το κρυφτούλι. Και τι φοβερό, πολλοί ξεπέφτουν στην ομοφυλοφιλία, ενώ άλλοι δεν θέλουν "λένε"  να δουν γυναίκα, οι καλόγεροι (;;;) του αγίου όρους, μιας και σύμφωνα με αυτούς η γυναίκα είναι...η "αιτία του κακού"! Δεν επιτρέπουν λένε στη γυναίκα να επισκεφτεί το άγιο όρος! Μα δεν τους γέννησε γυναίκα! Είναι αξιαγάπητοι και αξιοθαύμαστοι πολλοί εξ αυτών, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι είναι θύματα παραδοσιακής ανοησίας, και παρανόησης/παρερμηνείας των γραπτών.

 

 Συνέχεια στο 2ο κεφάλαιο, στο κατά Ιωάννη. Μετά απ'αυτό κατέβηκε στην Καπερναούμ, Αυτός η μητέρα Του, τα αδέρφια Του και οι μαθητές Του, και εκεί έμειναν αλλά όχι πολλές ημέρες. Επλησίαζε το πάσχα των Ιουδαίων, και ανέβηκε στην Ιερουσαλήμ, και βρήκε μέσα στον ιερό αυτούς που πουλούσαν βόδια, πρόβατα και περιστέρια, και βρήκε τους αργυραμοιβούς καθισμένους. Και αφού έφτιαξε ένα μαστίγιο από σχοινί, τους έδιωξε όλους απ'τον ιερό χώρο, και τα πρόβατα και τα βόδια, και έχυσε τα νομίσματα των αργυραμοιβών, και αναποδογύρισε τα τραπέζια τους, και είπε σ'αυτούς που πουλούσαν τα περιστέρια, πάρτετα αυτά από εδώ, μην μετατρέπετε τον οίκο του Πατέρα Μου, σε οίκο εμπορίου. Τότε θυμήθηκαν οι μαθητές Του ότι είναι γραμμένο, ο ζήλος του οίκου σου με κατέφαγε. Αποκρίθηκαν οι Ιουδαίοι  και Του είπαν, τι σημείο μας δείχνεις, και γιατί τα κάνεις αυτά; Και ο Κύριος τους απάντησε, γκρεμίστε αυτό το ναό, και σε τρεις ημέρες θα τον ξαναχτίσω. Και οι Ιουδαίοι είπαν, χρειάστηκε 46 χρόνια για να οικοδομηθεί αυτός ο ναός, και Εσύ θα τον ξαναχτίσεις σε τρείς ημέρες;

Ο Κύριος όμως μιλούσε για τον ναό του Σώματος Του. Οταν λοιπόν αναστήθηκε τότε θυμήθηκαν οι μαθητές Του τούτα τα λόγια, και πίστεψαν στη γραφή και στο λόγο τον οποίο είπε ο Κύριος. Και ενώ ήταν στην Ιερουσαλήμ στην διάρκεια της εορτής του πάσχα, πολλοί επίστεψαν στον όνομα Του βλέποντας τα θαύματα τα οποία έκαμε. Ο Κύριος όμως δεν τους είχε εμπιστοσύνη γιατί γνώριζε τα πάντα, και δεν είχε ανάγκη να μαρτυρήσει κάποιος για κάποιον άνθρωπο, διότι ο Κύριος γνώριζε τι ήταν μέσα σε κάθε άνθρωπο.    

Καθώς Πιστεύω. Το Μαστίγιο. Με τα λόγια "μέσα στον ιερό", εννοεί γενικά το ναό μεταφορικά και κυριολεκτικά, ο οποίος μεταφορικά είναι η ψυχή του πιστού, ενω ο κυριολεκτικά εκείνος ναός ήταν σύμφωνα με τους ιστορικούς πράγματι ένα θαυμάσιο οικοδόμημα. Ενα τοίχος του παραμένει ακόμα όρθιο, πάνω στο οποίο άλλοι βέβηλοι αποπατούν και άλλοι, κλαίνε με παράπονο, ελπίζοντας και πριμένωντας τη λύτρωση τους. Ο Κύριος έφτιαξε ένα μαστίγιο από σχοινιά και τους έδιωξε όλους. Εβγαλε έξω τα πρόβατα, τα βόδια, τα πουλερικά και αυτούς που τα πουλούσαν, αναποδογύρισε τα τραπέζια των αργυραμοιβών, φωνάζοντας, πάρτε τα αυτά από εδώ, μην μετατρέπετε τον οίκο του Πατέρα Μου σε οίκο εμπορίου. Οι άλλοι Ευαγγελιστές αναφέρουν επίσης αυτό το επεισόδιο, αλλά σύμφωνα με αυτούς έγινε την τελευταία χρονιά όταν ο Κύριος εισήρθε στην Ιερουσαλήμ, όπου ο κόσμος Τον υποδέχτηκε με βάγια και ύμνους.

        Ο Ιωάννης γράφει, πλησίαζε το πάσχα των Ιουδαίων, και μάλλον εννοεί το πρώτο πάσχα αφότου άρχισε την διαδασκαλία Του. Πριν καιρό, άγνωστο πόσο ακριβώς, άρχισε το έργο Του, αλλά αφού το έργο Του διήρκησε τρία χρόνια,  επομένως  άρχισε μετά το πάσχα, και στη συνέχεια το πάσχα στο οποίο αναφέρεται ο Ιωάννης ήταν μάλλον το πρώτο μετά που άρχισε την διδασκαλία Του, και ήταν ήδη γνωστός σε όλα τα περίχωρα της Ιουδαίας και Γαλιλαίας. Οι εμπόροι είχαν βέβαια από χρόνια μετατρέψει το ναό σε άντρο ληστών με το βρώμικο εμπόριο, πράγμα που δεν διαφέρει σε τίποτα, αν ο ένας έγραψε οίκο εμπορίου ή άντρο ληστών. Φαίνεται όμως ότι ο Κύριος είπε και τα δύο, μάλλον είπε, μην μετατρέπετε τον οίκο του Πατέρα Μου σε οίκο εμπορίου, και σε άντρο ληστών. Γιατί βεβαίως ήξερε την απληστία των εμπόρων, και πόσο λήστευαν όλους αυτούς που έρχονταν να αγοράσουν κάποιο ζώο για να προσφέρουν θυσία.

       Αλλά είτε λήστευαν τους πιστούς είτε όχι, με κανένα τρόπο δεν επιτρέπεται  να εμπορεύονται μέσα στο ναό. Ωστόσο, αφού ο πιστός έπρεπε σύμφωνα με τον παραδοσιακό νόμο των Λευιτών να θυσιάσει στο Θεό για εξιλέωση, ή για να εκφράσει την ευχαριστία του στο Θεό, έπρεπε αναγκαστικά να φέρει το ζώο μέσα στο ναό. Οπότε η ύπαρξη ζώων μέσα στο ναό ήταν κάτι το συνηθισμένο. Ο Κύριος όμως έβγαλε όλα τα ζώα έξω, είτε αυτά τα είχαν αγοράσει από τους εκεί εμπόρους, είτε τα είχαν φέρει από το σπίτι τους, και επομένως τους είπε έμμεσα ότι, οι τέτοιου είδους θυσίες στο Θεό δεν επιτρέπονται, ο Θεός δεν τις θέλει. Αλλά αφού ο Θεός δεν ήθελε θυσίες, τότε γιατί γράφεται ότι ο Θεός ζητούσε θυσίες; Και γιατί ο Κύριος συνηστούσε να τηρούν το νόμο και να προσφέρουν τη θυσία που υπαγόρευε ο νόμος; Ναι, ο Θεός δεν ζήτησε βέβαια ποτέ θυσίες, και ούτε ποτέ "απολάμβανε" καθώς νόμιζαν την...ευχάριστη οσμή του ψημένου λίπους.

      Ολα αυτά όπως οι θυσίες, η περιτομή, τα άζυμα κλπ, ξεκίνησαν από τους παλιούς θεούς γενάρχες και πατέρες. Ομως οι θυσίες δούλευαν σαν πρόστιμα προς συνετισμό, και ήταν ένας τρόπος να εκφράζουν ευχαριστία, και επίσης νόμιζαν ότι με το να θυσιάσουν ένα ζώο, αυτή η πράξη θα τους εξιλέωνε από τις αμαρτίες τους. Με τη θυσία ομολογούσαν επίσης την αμαρτία τους, ενώ συγχρόνως έδιναν και υπόσχεση ότι δεν θα ξανάπεφταν στην ίδια αμαρτία. Και αφού ήταν νόμος να θυσιάζουν, έπρεπε να τηρούν το νόμο, όσο αυτός ο νόμος εξακολουθούσε να ισχύει. Ο Κύριος λοιπόν με αυτή Του την πράξη, εκτός ότι ήθελε να πει ότι ο ναός δεν είναι  χώρος εμπορίου, κήρυξε επίσης ότι αυτή η βάρβαρη πατροπαράδοτη συνήθεια της θυσίας πλησιάζει στο τέλος της. Οχι πια θυσίες ζώων, με κανένα τρόπο δεν μπορεί το αίμα του ζώου να εξιλεώνει και να συγχωρεί αμαρτίες. Τώρα το αν έγινε το πρώτο πάσχα μετά που ο Κύριος άρχισε το έργο Του, ή το δεύτερο ή το τρίτο, είναι μάλλον άγνωστο, αλλά και δεν νομίζω ότι έχει κάποια σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι έγινε, και κυρίως έχουν σημασία τα λόγια που είπε.

      Οι Ιουδαίοι Τον ρώτησαν, τι σημείο μας δείχνεις;  Δηλαδή Ποιός είσαι Εσύ, και τι θέλεις να μας πεις με αυτό που κάνεις;  Μήπως κακώς προσφέρουμε θυσίες, δεν πρέπει να θυσιάζουμε στο Θεό; Σε πολλά γραπτά των Προφητών αναφέρεται ότι ο Θεός δεν θέλει θυσίες. Ελεος θέλω και όχι θυσίες, έγραψε ο Οσηέ. Και ο Ησαΐας γράφει μεταξύ άλλων, ποιός σας ζήτησε τέτοιο πράγμα; Κλπ, κλπ. Ολοι τώρα γνωρίζουμε ότι η μόνη θυσία που εξιλεώνει και συγχωρεί αμαρτίες είναι η δική Του Θυσία. Είναι η Παντοτινή Θυσία. Ομως ο λαός Ισραήλ σαν έθνος δεν Τον αναγνώρισε και δεν Τον δέχτηκε, γιαυτό τους είπε, χαλάστε αυτό το ναό, και σε τρείς μέρες θα τον ξαναχτίσω. Δηλαδή εσείς θα χαλάσετε το ναό του Θεού στο έθνος σας, αλλά Εγώ θα τον ξαναχτίσω σε τρεις ημέρες. Δεν εννοούσε μόνο την Σταύρωση και την Ανάσταση Του την τρίτη ημέρα, όχι ακριβώς, η τρίτη ημέρα, σημαίνει κυρίως την τρίτη χιλιετηρίδα, στην οποία θα έχει ολοκληρωθεί πλήρως ο Ναός του Θεού. Οι Ιουδαίοι σαν έθνος απέρριψαν το Χριστό, και για δυο χιλιάδες χρόνια μετά το Χριστό περιμένουν ακόμα τον Μεσσία.

        Θα Τον αναγνωρίσουν σαν Μεσσία μετά την δεύτερη χιλιετηρίδα. Δηλαδή μέσα στην τρίτη χιλιετηρίδα θα Τον αναγνωρίσουν, και θα κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο. Αυτό εννοούσε κυρίως με την τρίτη ημέρα. Ο Κύριος αναστήθηκε την τρίτη ημέρα, αλλά βεβαίως, δεν κυριάρχισε σε όλο τον κόσμο ακόμα, και δεν κυριάρχισε ακόμα στους Εβραίους. Επομένως δεν ολοκληρώθηκε ακόμα η οικοδόμηση του ναού. Η οικοδόμηση συνεχίζεται, και βέβαια ο ναός του Θεού δεν είναι κάποιο κτίριο, δεν είναι ο ναός του Σολομώντα που δεν έμεινε πέτρα πάνω σε πέτρα, ούτε κάποιος άλλος ναός κτίριο-εκκλησία. O ναός του Θεού που θα ολοκληρωθεί την τρίτη ημέρα, είναι ο λαός του Θεού, που θα επικρατήσει στη γη την τρίτη ημέρα, την τρίτη χιλιετηρίδα. Το ίδιο μήνυμα εκπέμπεται με την παραπομπή στον Προφήτη Ιωνά.

     Ο Προφήτης Ιωνάς πέρασε συμβολικά τρεις ημέρες μέσα από τη θάλασσα, μεταφερόμενος στην κοιλιά του κήτους, και ο Κύριος πάλι περνάει μέσα από την συμβολική θάλασσα, περνάει από τον κόσμο, και το κήτος που Τον μεταφέρει είναι ο λαός Του με την πίστη και την αφοσίωση του. Την τρίτη ημέρα, την τρίτη χιλιετηρίδα θα κυριαρχήσει σε όλο το κόσμο, και αφού περάσει άλλη μια ημέρα, άλλη μια χιλιετηρίδα, τότε ο υλικός κόσμος της γης θα καραστραφεί εντελώς, και θα δημιουργηθεί ένας  νέος κόσμος, μια νέα πνευματική δημιουργία, η οποία θα ταιριάζει απόλυτα με τον Δημιουργό. 

       Οι Ευαγγελιστές βεβαίως έγραψαν ότι ο Κύριος εννοούσε μόνο τον Ναό του Σώματος Του, αλλά Σώμα του Χριστού είναι και η Εκκλησία Του. Εκτός αυτού, τότε δεν ήταν η εποχή της ερμηνείας όλων των μηνυμάτων, και άλλωστε δεν θα ήταν δυνατόν να ερμηνευτούν. Πολλά μηνύματα ερμηνεύονται μόνο στην εποχή στην οποία απευθύνονται. Και σήμερα που βρισκόμαστε στην τρίτη ημέρα, στην τρίτη χιλιετηρίδα, βλέπουμε καθαρά ότι ο Κύριος συνεχίζει να οικοδομεί το ναό Του, και επιτέλους πλησιάζει ο καιρός της ολοκλήρωσης του ναού. Η διδασκαλία Του μεταφέρεται από εποχή σε εποχή, απο γενεά σε γενεά μέσα στο κήτος που λέγεται λαός Του, μεταφέρεται μέσα στις καρδιές των πιστών Του, μεσα στις οποίες φωλιάζει και βρίσκει ανάπαυση η γυναίκα, η πίστη, καθώς πετάει μέσα στην έρημο της διαφθοράς.

    Οι Εβραίοι που Τον απέρριψαν, βρίσκονται και αυτοί πια πολύ κοντά στο να Τον αναγνωρίσουν. Ξαναέγιναν κράτος, ο διασκορπισμός τους τελείωσε. Πλησιάζει το τέλος, και καθώς βλέπουμε, ο κόσμος όσο πάει βουλιάζει όλο και περισσότερο στην διαφθορά, και στις μεγάλες ταραχές, το βδέλυγμα της ερήμωσης είναι έξω από την πόρτα, ο Δράκος ξερνάει το ποτάμι της "επιστημονικής' τάχα διαφώτισης για να πνίξει την πίστη, το τέλος πλησιάζει. Και καθώς είπε ο Κύριος, αλήθεια σας λέω, πριν περάσει αυτή η γενεά,  όλα αυτά θα γίνουν, και τότε θα δείτε τον Υιό του ανθρώπου ερχόμενο μέσα στα σύνεφα.

 

Κεφάλαιο 3 απ'το κατά Ιωάννη.   Ηταν κάποιος Φαρισαίος, του οποίου το όνομα ήταν Νικόδημος, ήταν άρχοντας των Ιουδαίων. Αυτός λοιπόν ήρθε τη νύχτα στον Κύριο και Του είπε, Δάσκαλε, ξέρουμε ότι είσαι απ'το Θεό Δάσκαλος, γιατί κανείς δεν μπορεί να κάνει τα σημεία που κάνεις Εσύ, αν δεν είναι ο Θεός μαζί του. Και ο Κύριος του είπε, αλήθεια, αλήθεια σου λέω εάν κάποιος δεν γεννηθεί απ'άνωθεν δεν μπορεί να δει τη Βασιλεία του Θεού. Και ο Νικόδημος είπε, πως είναι δυνατόν να γεννηθεί κάποιος όταν είναι κιόλας γέρος; Μήπως μπορεί να εισέλθει δεύτερη φορά στην κοιλιά της μάνας του και να γεννηθεί; Και ο Κύριος του απάντησε, αληθινά, αληθινά σου λέω, εάν κάποιος δεν γεννηθεί εξ ύδατος και Πνεύματος δεν μπορεί να εισέλθει στην Βασιλεία του Θεού. Αυτό που γεννήθηκε απ'τη σάρκα είναι σάρκα, και αυτό που γεννήθηκε απ'το Πνεύμα είναι πνεύμα. Μην απορείς για αυτό που σου είπα, ότι πρέπει να γεννηθήτε άνωθεν, ο άνεμος φυσάει απ'όπου θέλει, και ακούς τη φωνή του, αλλά δεν ξέρεις από που έρχεται και που πάει, έτσι είναι και ο καθένας που γεννήθηκε εκ του Πνεύματος.    Και ο Νικόδημος είπε, πως είναι δυνατόν να γίνουν αυτά;

      Και ο Κύριος του είπε, εσύ είσαι δάσκαλος του Ισραήλ, και δεν τα ξέρεις αυτά; Αληθινά αληθινά σου λέω, εκείνο το οποίο ξέρουμε μιλούμε, και εκείνο το οποίο είδαμε μαρτυρούμε, και την μαρτυρία μας δεν την δέχεστε, εάν τα επίγεια σας είπα και δεν πιστεύετε, πως θα πιστέψετε αν σας πω τα επουράνια; Κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό, παρά μόνο Εκείνος που κατέβηκε απ'τον ουρανό, ο Υιός του ανθρώπου, ο Ων στον ουρανό. Και καθώς ο Μωυσής ύψωσε το φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί και ο Υιός του ανθρώπου, ώστε να μην χαθεί ο καθένας που Τον πιστεύει, αλλά να έχει αιώνια ζωή. Γιατί τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε τον Μονογεννή Του Υιό, για να μην χαθεί ο καθένας που Τον πιστεύει αλλά να έχει αιώνια ζωή. Επειδή δεν έστειλε ο Θεός τον Υιό Του στον κόσμο για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος μέσω του Υιού. Οποιος πιστεύει σε Αυτόν δεν κρίνεται, όποιος όμως δεν πιστεύει έχει ήδη κριθεί γιατί δεν πίστεψε στο όνομα του Μονογεννούς Υιού του Θεού. Και αυτή είναι η κρίσις, το Φως ήρθε στο κόσμο, ενώ οι άνθρωποι αγάπησαν μάλλον το σκοτάδι παρά το Φως, (ακολούθησαν το διάβολο), διότι είναι πονηρά τα έργα τους. Οποιος πράττει τα φαύλα μισεί το φως και δεν έρχεται στο φως για να μην ελεγθούν τα έργα του. Οποιος όμως πράττει σύμφωνα με την αλήθεια, έρχεται στο φως για να φανερωθούν τα έργα του, τα οποία έγιναν σύμφωνα με το Θεό.

       Μετά απ'αυτά ο Κύριος και οι μαθητές Του ήρθαν στη γη της Ιουδαίας και εκεί διέτριβε μαζί τους και βάπτιζε. Ηταν επίσης και ο Ιωάννης εκεί που βάπτιζε στο μέρος Αινών πλησίον του Σαλήμ γιατί εκεί υπήρχαν πολλά νερά, και πολλοί έρχονταν να βαπτιστούν. Ο Ιωάννης δεν είχε κλειστεί ακόμα στην φυλακή. Εγινε λοιπόν συζήτηση μεταξύ των μαθητών του Ιωάννη και κάποιων Ιουδαίων, και πήγαν στον Ιωάννη και του είπαν, δάσκαλε, Εκείνος για τον οποίον εμαρτύρησες πέρα απ'τον Ιορδάνη, Αυτός βαφτίζει και όλοι πάνε κοντά Του. Και ο Ιωάννης τους είπε, δεν μπορεί ο άνθρωπος να παίρνει κάτι (απ'τον ουρανό) αν δεν του είναι δοσμένο απ'τον ουρανό. Εσείς είσαστε μάρτυρες μου, όταν εγώ είπα, δεν είμαι εγώ ο Χριστός, αλλά είμαι απεσταλμένος πριν Εκείνου. Οποιος έχει τη νύφη είναι ο γαμπρός, και ο φίλος του γαμπρού που στέκεται και Τον ακούει χαίρεται πάρα πολύ όταν ακούει τη φωνή Του. Αυτή λοιπόν η δική μου χαρά εκπληρώθηκε, Εκείνος πρέπει να αυξάνεται και εγώ να ελαττόνομαι. Εκείνος που έρχεται άνωθεν είναι πάνω απ'όλους, ενώ εκείνος που είναι απ'τη γη, είναι απ'τη γη, και απ'τη γη μιλάει. Ο ερχόμενος απ'τον ουρανό είναι υπεράνω όλων, και εκείνο που είδε και άκουσε αυτό μαρτυρεί, και κανένας δεν δέχεται την μαρτυρία Του, όποιος όμως δεχτεί την μαρτυρία Του, επεσφράγισε ότι ο Θεός είναι αληθινός. Γιατί Εκείνος που έστειλε ο Θεός, τους λόγους του Θεού κηρύττει, επειδή ο Θεός δεν Του δίνει το Πνεύμα με το μέτρο, ο Πατέρας αγαπάει τον Υιό, και έδωσε τα πάντα στα χέρια Του. Οποιος πιστεύει στον Υιό έχει αιώνια ζωή, όποιος όμως δεν πιστεύει στον Υιό, δεν θα δει ζωή, αλλά η οργή του Θεού θα είναι πάνω του.   

 

  Καθώς Πιστεύω.  Η Ανωθεν Γέννηση. Ο Νικόδημος ήταν ένας έντιμος Φαρισαίος, ο οποίος πίστευε κρυφά στον Κύριο. Αυτός λοιπόν πήγε τη νύχτα και Του είπε, Δάσκαλε ξέρουμε ότι ήρθες από το Θεό, γιατί κανείς δεν θα μπορούσε να κάνει τα θαύματα που κάνεις, αν ο Θεός δεν ήταν μαζί του. Και  ο Κύριος του είπε, κανένας δεν μπορεί να δει την Βασιλεία του Θεού αν δεν γεννηθεί άνωθεν. Αν κάποιος δεν γεννηθεί εξ ύδατος και  Πνεύματος, δεν μπορεί να εισέρθει στην Βασιλεία του Θεού.

     Ο άνθρωπος πρέπει να αναγεννηθεί πνευματικά. Και αυτό γιατί γεννήθηκε και ζει μέσα στον υλικό κόσμο, στον οποίον κυρίως βασιλεύει ο πρίγκιπας του σκότους. Βασιλεύει το Σκοτάδι. Αλλά αφού γεννήθηκε και ζει μέσα στο βασίλειο του, κατά συνέπεια έχει επιλέξει πράγματα που του ανήκουν. Και επειδή επιλέγει πράγματα που ανήκουν στο Διάβολο, ο Διάβολος τον διεκδικεί και λέει ότι είναι δικός του. Πρέπει να απορρίψει όλα αυτά που ανήκουν στον διάβολο, και να γεννηθεί πάλι με έναν πνευματικό τρόπο ο οποίος να ανήκει στο Θεό. Να επιλέξει να υπακούει μόνο στο Θεό.  

       Οι λαοί και τα έθνη που δεν υπακούν στο Θεό  συμβολίζονται με τη θάλασσα. Με τα  θολά νερά, και για να εισέρθει κάποιος (χωρίς κρίση) στη Βασιλεία του Θεού, πρέπει να γεννηθεί στο πνευματικό νερό, το οποίο κυριολεκτικό νερό που παραπέμπει στο πνευματικό, συμβολίζει το λαό του Θεού. Σημαίνει ότι πρέπει να ξεχωρίσει από την θολή θάλασσα, (όχι βέβαια από την ίδια τη θάλασσα, πράγμα που σημαίνει πως το νερό χρησιμοποιείται μόνο σαν σύμβολο, και τίποτα παραπάνω, δεν έχει μαγικές ή υπερφυσικές ικανότητες, το ίδιο ισχύει και για το κρασί που χρησιμοποιείται σαν σύμβολο του Αίματος του Κυρίου, δεν είναι βέβαια Αίμα, συμβολίζει το Αίμα Του γιαυτόν που πιστεύει, όμως για τον άπιστο είναι απλώς κρασί) και να ανήκει σε αυτό το καθαρό νερό, δηλαδή να ανήκει πνευματικά σε εκείνο το λαό, που επέλεξε το Θεό, και εξιλεώθηκε και καθαρίστηκε.

    Η βάπτιση στο συμβολικό νερό, είναι η ομολογία του πιστού ότι απορρίπτει το βασίλειο του διαβόλου, ότι μετάνοιωσε, και επέστρεψε στο Θεό. Επρεπε να γίνεται κυριολεκτική βάπτιση στο υλικό νερό, ώστε εκτός της αποδοχής ή ομολογίας εκ μέρους του πιστού ότι πιστεύει στο Χριστό, έπρεπε επίσης να διατηρηθεί η ανάμνηση μέσω της επανάληψης και συνήθειας για πολύπλοκους λόγους.  Για να μην χαθούμε που λένε, και να μην ξεχαστούμε στους αιώνες που πέρασαν μέσα στο βασίλειο του Ερπετού. Το ίδιο το νερό, δεν σώζει βέβαια κανένα, μα έπρεπε να γίνεται και η παραδοσιακή κυριολεκτική βάπτιση. Και ο νηπιοβαπτισμός, παρόλο που φαίνεται παράλογος, εν τούτοις υπηρέτησε σχέδια του Δημιουργού, το ίδιο και οι τελετουργίες κλπ.

       Ο  Κύριος είπε επίσης, πρέπει να γεννηθεί άνωθεν. Και αυτό σημαίνει ότι ο Θεός τον "επιλέγει" (και εδώ το ζήτημα της επιλογής του Θεού, είναι αφάνταστα πολύπλοκο, και πολύ άρρητο, αρκεί να μην ξεχνάμε πως ο Θεός δεν ενεργεί ποτέ άδικα και μεροληπτικά) και τον καλεί να αναγεννηθεί, και ο Θεός  επισφραγίζει την πνευματική του αναγέννηση.  Ο Κύριος επίσης παρομοίασε την άνωθεν γέννηση, με τον άνεμο που πνέει  από άγνωστο μέρος, και πηγαίνει προς  το άγνωστο. Ενας άνθρωπος μπορεί να ακούει για πνευματική γέννηση, αλλά αν ο ίδιος δεν έχει προσωπική εμπειρία, αν ο ίδιος δεν έχει αναγεννηθή, δεν καταλαβαίνει καθόλου τι σημαίνει. Είναι σαν να ακούει τον άνεμο να φυσάει, αλλά πούθε άρχισε να φυσάει, και που θα σταματήσει να φυσάει δεν ξέρει.  Ωστόσο αυτά τα λόγια, "ο άνεμος όπου θέλει πνέει" παραπέμπουν και στο γεγονός γενικά της σωτηρίας, όπου δεν περιορίζεται βέβαια μόνο στους Χριστιανούς, καθώς ο Θεός αγαπάει, επισκέπτεται, και έχει τρόπους να σώζει κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως θρησκείας.  Το Πνεύμα πνέει, πηγαίνει όπου θέλει μην δίνοντας λογαριασμό στις θεωρίες και στις απαιτήσεις των "αλάνθαστων" δογμάτων που ούτε λίγο ούτε πολύ, μονοπωλούν την αποκλειστικότητα της αγάπης του Θεού!     

       Ομως για να μπορεί ο Χριστιανός να γεννηθεί πνευματικά και να ανήκει στο Θεό, καθώς επίσης να επιτευχθεί και η σωτηρία όλων των ανθρώπων ανεξαρτήτως θρησκειών, ήταν αναγκαίο να υψωθεί ο Υιός του Θεού επί ξύλου. Και ο Κύριος είπε ότι, όπως ο Μωυσής ύψωσε το φίδι μέσα στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί και ο Υιός του ανθρώπου. Και εδώ πάλι επαναλαμβάνω ότι ο Μέγας Δράκος κατηγορεί τους ανθρώπους, επειδή οι άνθρωποι επιλέγουν τα δικά του, και αφού επιλέγουν τα δικά του, το ερπετό ισχυρίζεται ότι αυτοί οι άνθρωποι του ανήκουν. Ωστόσο, ο Υιός του ανθρώπου, σαν άνθρωπος, ποτέ δεν επέλεξε κάτι που να ανήκει στο Διάβολο, όμως εκείνος χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα πάνω στον Υιό του ανθρώπου, αφού ποτέ δεν επέλεξε κάτι δικό του, εν τούτοις έβαλε τους υπηρέτες του, και εκείνοι Τον έφτυσαν, Τον μαστίγωσαν, Τον σταύρωσαν και έχυσαν πάνω Του όλο το δηλητήριο του.

        Το φίδι δάγκωσε τον Υιό του ανθρώπου χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα, (δεν ήταν δα και μικρό πράγμα, ο ερπετώδης νους να σταυρώσει τον Υιό του Θεού, δηλαδή το Θεό), και ο Υιός του ανθρώπου του σύντριψε το κεφάλι, του σύντριψε την κυριαρχία του πάνω στους ανθρώπους. Δεν μπορεί πια να λέει ότι όλοι οι άνθρωποι του ανήκουν, καθώς ο Κύριος πλήρωσε τα ψώνια των αμαρτιών μας, και μας ελευθέρωσε από τα χρέη μας στο Διάβολο. Εκείνος που πιστεύει στο Χριστό και Τον δέχεται σαν Σωτήρα του, δεν εισέρχεται σε κρίση, (περίοδο κρίσης και εξιλέωσης) επειδή δεν  χρωστάει πια τίποτα στο Διάβολο, τα χρέη του τα πλήρωσε ο Κύριος. Ετσι είπε στον Νικόδημο ότι για να εισέρθει ο άνθρωπος στην Βασιλεία Του Θεού πρέπει να γεννηθει στο πνευματικό νερό, πρέπει να γεννηθεί πνευματικά για να ανήκει στον λαό του Θεού, και για να γίνει αυτό, δεν αρκεί μόνο η μετάνοια και η επιστροφή, πρέπει και ο Υιός του ανθρώπου να υψωθεί στο ξύλο, πρέπει να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ερπετού, πληρώνοντας με τα Πάθη Του τα χρέη του ανθρώπου.   

 

Κεφάλαιο 4.  Καθώς λοιπόν άκουσαν οι Φαρισαίοι ότι  ο Κύριος περισσότερους μαθητές κάνει και βαπτίζει, αν και ο Κύριος δεν βάπτιζε ο Ιδιος αλλά οι μαθητές Του, έφυγε απ'την Ιουδαία και πήγε πάλι στην Γαλιλλαία. Επρεπε να περάσει μέσω της Σαμάρειας. Ηρθε λοιπόν σε μια πόλη της Σαμάρειας την ονομαζόμενη Σιχάρ, κοντά σε ένα χωράφι το οποίο είχε δώσει ο Ιακώβ στον γιο του τον Ιωσήφ. Υπήρχε εκεί πηγή του Ιακώβ. Ο Κύριος ήταν πολύ κουρασμένος απ'την οδοιπορία, και έτσι όπως ήταν κάθισε στην πηγή. Ηταν περίπου 6 η ώρα. Εκεί ήρθε μια γυναίκα απ'τη Σαμάρεια για να αντλήσει νερό, και ο Κύριος της είπε, δός Μου να πιω. Οι μαθητές Του είχαν πάει στην πόλη να αγοράσουν τροφές. Και Του είπε η Σαμαρείτισσα, πως Εσύ Ιουδαίος ζητάς να πιείς νερό από εμένα που είμαι γυναίκα Σαμαρείτισσα; Διότι οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες δεν είχαν επικοινωνία μεταξύ τους. Και ο Κύριος της είπε, εάν ήξερες την δωρεά του Θεού, και Ποιός είναι Αυτός που σου λέει δος Μου να πιω, εσύ θα Του ζητούσες να σου δώσει το νερό της ζωής. Και η γυναίκα Του είπε, Κύριε δεν έχεις τον τρόπο να αντλήσεις νερό, και το πηγάδι είναι βαθύ, από πού λοιπόν έχεις το νερό της ζωής; Μηπως είσαι μαγαλύτερος του προγόνου μας του Ιακώβ, ο οποίος μας έδωσε το πηγάδι, και ήπιε και αυτός μαζί με τα παιδιά του και τα ζώα του;

       Και ο Κύριος της είπε, όποιος πίνει απ'αυτό το νερό θα ξαναδιψάσει, όποιος όμως πιει απ'το νερό που θα του δώσω Εγώ, δεν θα ξαναδιψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει πηγή νερού που θα αναβλύζει αιώνια ζωή. Και η γυναίκα Του είπε, Κύριε δος μου αυτό το νερό για να μην διψάω, ούτε να έρχομαι να αντλώ. Και ο Κύριος της είπε, πήγαινε φώναξε τον άνδρα σου και έλα εδώ. Και η γυναίκα Του είπε, δεν έχω άνδρα. Και ο Κύριος της είπε, σωστά είπες ότι δεν έχεις άνδρα, διότι είχες παντρευτεί 5 άνδρες και εκείνον τον οποίον έχεις τώρα δεν είναι άνδρα σου. Αυτό που είπες είναι αλήθεια. Και η γυναίκα Του είπε, Κύριε βλέπω ότι είσαι Προφήτης. Οι πατέρες μας προσκυνούν σε τούτο το βουνό, ενώ εσείς λέτε ότι η Ιερουσαλήμ είναι ο τόπος που πρέπει να προσκυνούμε.

      Και ο Κύριος της είπε, πίστεψε Με γυναίκα, ότι έρχεται ώρα που ούτε σε τούτο το βουνό ούτε στην Ιερουσαλήμ θα προσκυνάτε τον Πατέρα. Εσείς προσκυνάτε εκείνο το οποίο δεν ξέρετε, εμείς προσκυνάμε εκείνο το οποίο ξέρουμε, διότι η σωτηρία είναι απ'τους Ιουδαίους. Ομως έρχεται ώρα, και ήδη είναι η ώρα, όπου οι αληθινοί προσκυνητές θα προσκυνούν τον Πατέρα πνευματικά και αληθινά, γιατί ο Πατέρας τέτοιους προσκυνητές θέλει να Τον προσκυνούν. Ο Θεός είναι Πνεύμα, και αυτοί που Τον προσκυνούν πρέπει να Τον προσκυνούν πνευματικά και αληθινά. Και η γυναίκα Του είπε, ξέρω ότι έρχεται ο Χριστός, όταν έρθει Εκείνος θα μας πει τα πάντα. Και ο Κύριος της είπε, Εγώ Είμαι που σου μιλάω. Και πάνω σ'αυτή την ώρα ήρθαν οι μαθητές Του, και απόρισαν που μιλούσε με γυναίκα, αλλά κανείς δεν ρώτησε, τί θέλεις, και γιατί μιλάς μαζί της.    

       Η γυναίκα λοιπόν άφησε κάτω τη στάμνα της και πήγε στην πόλη, και είπε στους ανθρώπους, ελάτε να δείτε Ανθρωπο ο οποίος μου είπε όλα όσα έκανα, μήπως είναι ο Χριστός; Ηρθαν απ'την πόλη για να δουν και να ακούσουν. Εν το μεταξύ οι μαθητές Του παρακαλούσαν τον Κύριο να φάει, ο Κύριος όμως τους είπε, Εγώ έχω φαγητό να φάω, το οποίο εσείς δεν το ξέρετε. Ελεγαν λοιπόν οι μαθητές μεταξύ τους, μήπως κάποιος Του έφερε να φάει; Και ο Κύριος τους είπε, το δικό Μου φαγητό είναι να κάνω το θέλημα Εκείνου που Με έστειλε, και να τελειώσω το έργο Του. Δεν λέτε εσείς ότι τέσσαρεις μήνες απομένουν ακόμα, και έρχεται ο θερισμός; Κοιτάχτε, σηκώστε τα μάτια σας και δείτε τα χωράφια τα οποία είναι ήδη λευκά για θέρισμα. Και εκείνος που θερίζει παίρνει μισθό, και μαζεύει καρπούς  για αιώνια ζωή, για να χαίρεται και αυτός που σπέρνει και εκείνος που θερίζει. Διότι σ'αυτό αληθεύει ο λόγος, ότι άλλος είναι ο σπορέας και άλλος ο θεριστής. Εγώ σας έστειλα να θερίζετε εκείνο το οποίο εσείς δεν κοπιάσατε, άλλοι κουράστηκαν και εσείς έρχεστε στον δικό τους κόπο.

      Από εκείνη την πολιτεία πολλοί Σαμαρείτες πίστεψαν στον Κύριο, απ'το λόγο της γυναίκας που μαρτύρησε και είπε, μου είπε όσα έπραξα. Καθώς λοιπόν ήρθαν οι Σαμαρείτες Τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους, και έμεινε δύο ημέρες. Και πολύ περισσότεροι πίστεψαν στο λόγο Του, και στη γυναίκα έλεγαν, δεν πιστεύουμε πια απ'τα δικά σου λόγια, αλλά πιστεύουμε γιατί ακούσαμε και καταλάβαμε ότι Αυτός είναι πράγματι ο Σωτήρας του κόσμου, Αυτός είναι ο Χριστός.

 

     Καθώς Πιστεύω. Το Ζωογόνο Νερό.  Στο τέταρτο κεφάλαιο ο Ιωάννης περιγράφει την συνάντηση του Κυρίου με την Σαμαρείτισα. Αρχίζει με τα λόγια, καθώς έμαθε ο Κύριος. Βεβαίως δεν έμαθε ο Κύριος, γιατί Εκείνος πάντα ήξερε τι πίστευαν οι άλλοι, και τι σκοπούς είχαν οι Φαρισαίοι, αλλά ο Ιωάννης όπως και οι άλλοι Ευαγγελιστές μεταφέρνει με δικά του λόγια και αυτά που νόμιζαν οι άλλοι. Ο Κύριος λοιπόν ήταν πολύ κουρασμένος από την οδοιπορία, και κάθισε στην πηγή να ξεκουραστεί. Βλέπουμε λοιπόν ότι παρόλο ο Θεός, δεν έκανε όμως θαύματα για να βοηθήσει τον Εαυτό Του. Υπέφερε αδιαμαρτύρητα την κούραση, την πείνα και τη δίψα όπως όλοι οι άνθρωποι, και αυτό μας λέει πολλά. Ο κάθε άνθρωπος όσο ζει στον υλικό κόσμο, όλα αυτά θα τα υποφέρει. Είναι ένα αναπόφευκτο μέρος της ζωής, και ο Κύριος όσο έζησε σαν Ανθρωπος τα υπέφερε.

     Αν ο Θεός δεν ήταν απόλυτα αληθινός και δίκαιος, τότε θα έλεγε, ε, ας κάμω μια εξαίρεση για τον Υιό Μου. Αλλά το ψέμμα στο Θεό δεν χωράει. Λέμε ότι ο Θεός είναι Παντοδύναμος, και εγώ προκειμένου να δώσω έμφαση στην αληθινή δύναμη, λέω ότι ο Κύριος έχει μια αδυναμία, δεν μπορεί να μην είναι απόλυτα αληθινός και δίκαιος. Και αυτό είναι δύναμη. Δεν υπάρχει ψεγάδι στο Θεό, μπορεί εμείς να λέμε, α, δεν πειράζει και πολύ αν δεν είμαστε και τέλειοι, αλλά στο Θεό υπάρχει η απόλυτη τελειότητα, δεν συμβιβάζεται με τα περίπου. Η απόλυτη αληθινότητα και δικαιοσύνη είναι αληθινές και τέλειες αρετές δυνάμεις, είναι συστατικά του Θεού, και αποτελούν μέρος της παντοδυναμίας Του. Το ψέμμα και η αδικία είναι γνωρίσματα του αδύναμου, είναι γνωρίσματα του ερπετώδη νου,  και ο διάβολος θα συντριφτεί μέσα στο ψέμμα και στην αδικία του.

      Ανάμεσα στους Ιουδαίους και Σαμαρείτες υπήρχαν θρησκευτικές διαφορές, οι οποίες οδηγούσαν σε χωρισμούς και έριδες. Οι μεν Ιουδαίοι έλεγαν ότι μόνο στην Ιερουσαλήμ θα έπρεπε να προσκυνούν το Θεό, ενώ οι παραδόσεις των Σαμαρειτών έλεγαν ότι έπρεπε να προσκυνούν σε κάποιο συγκεκριμένο βουνό. Βεβαίως θα μπορούσε να μην έχει καμμιά σημασία όπου και αν προσκυνούσαν. Και όπως είπε ο Κύριος, οι αληθινοί προσκυνητές πρέπει να προσκυνούν με πνεύμα και αλήθεια, και άσχετα σε ποιό μέρος προσκυνούν. Αλλά τι  ήταν για τους Σαμαρείτες εκείνο το  συγκεκριμένο βουνό, και γιατί πίστευαν ότι μόνο εκεί έπρεπε να προσκυνούν; Το βουνό εκείνο πρέπει να ήταν παλιά κάτι ανάλογο με το όρος Ολυμπος, πάνω στο οποίο "ζούσαν" οι θεοί. Ηταν το βουνό των παλιών θεών. Βεβαίως οι Σαμαρείτες δεν λάτρευαν τότε τους θεούς πατέρες και γενάρχες, αλλά στην άγνοια τους διατηρούσαν παραδόσεις, οι οποίες ξεκίνησαν και είχαν σχέση με την λατρεία των παλιών θεών.

    Το έκαναν στην άγνοια τους, και γιαυτό ο Κύριος της είπε, εσείς προσκυνάτε εκείνο που δεν ξέρετε, ενώ εμείς (δηλαδή οι Ιουδαίοι) προσκυνάμε εκείνο που ξέρουμε. Οι Προφήτες είχαν δώσει σκληρές μάχες για να ξεκώψουν το λαό από τις παλιές παραδόσεις που είχαν σχέση με την ειδωλολατρεία, όπως με την λατρεία των θεοποιημένων δασών, και την λατρεία στους άλλους θεούς που σύμφωνα με τις αντιλήψεις, ζούσαν πάνω σε κάποιο ή κάποια βουνά. Και έθεσαν την Ιερουσαλήμ σαν τον μόνο τόπο να προσκυνούν το Θεό. Επρεπε με κάθε τρόπο να ξεχάσουν τους παλιούς θεούς, ώστε να μην τους ταυτίζουν στην άγνοια τους με το Θεό.

      Γιαυτό έπρεπε να λένε, όχι σε κάποια δάση, κάφτε τα θεοποιημένα δάση, όχι στα βουνά, πάνω στα οποία ζούσαν οι θεοί, όχι στην ειδωλολατρεία. Ελάτε μόνο στην Ιερουσαλήμ, που δεν είναι ούτε θεοποιημένο δάσος, ούτε ειδωλολατρικό βουνό.  Πριν όμως αυτή τη συζήτηση ο Κύριος της είπε να Του δώσει νερό, και όταν εκείνη απόρισε, της είπε: αν ήξερες την δωρεά του Θεού, και Ποιός είναι Αυτός που σου λέει, δώσε Μου να πιω, εσύ θα Του ζητούσες να σου δώσε το νερό της ζωής.

      Τι εννοούσε ο Κύριος με το νερό της ζωής;  Ποιό είναι το νερό της ζωής;  Προφανέστατα, χρησιμοποίησε παραβολικά το υλικό νερό παραπέμποντας στο ζωογόνο Πνεύμα της ζωής, στο Πνεύμα του Θεού. Το παρομοίοσε με το ζωογόνο νερό που πίνεται, και το οποίο ξεδιψάει και ζωοποιεί το υλικό σώμα. Ομως αυτό το νερό ξεδιψάει και ζωοποιεί πρόσκαιρα, και καθώς χωρίς νερό κανένα υλικό σώμα δεν μπορεί  να ζήσει, άλλο τόσο χωρίς το ζωογόνο Πνεύμα του Θεού, καμμιά ψυχή δεν μπορεί να ζήσει. Οποιος πίνει το υλικό νερό ξαναδιψάει, καθώς έχει ανάγκη να ξαναπιεί ώστε να ζωοποιήσει πάλι το σώμα του, διαφορετικά θα πεθάνει σαν υλικό σώμα, ενώ το Πνεύμα του Θεού προσφέρει αιώνια ζωή, και δεν δίνεται και ξαναδίνεται με δόσεις, καθώς όταν κάποιος Το πιει, αυτό φτάνει. Οποια ψυχή γίνει μέλος του λαού του Θεού, γίνεται για πάντα, δεν ζητάει να ξαναπιεί, δεν ζητάει να ζωοποιήσει πάλι την ψυχή του, γιατί όταν η ψυχή ζωοποιηθεί  από το Πνεύμα του Θεού  ζει πάντα μεσα στο Πνεύμα, και είναι πια αθάνατη.  

 

Κεφάλαιο 5.  Μετά απ'αυτά ήταν γιορτή των Ιουδαίων και ο Κύριος ανέβηκε στην Ιερουσαλήμ. Στην Ιερουσαλήμ κοντά στην προβατική πύλη υπάρχει κολυμβήθρα η οποία στα Εβραϊκά λέγεται Βηθεσδά και έχει 5 στοές. Σ'αυτές τις στοές ήταν κατάκειτοι πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, χωλοί, ξεροί οι οποίοι περίμεναν την κίνηση του νερού, διότι Αγγελος κατέβαινε κατά καιρούς στην κολυμβήθρα και τάραζε το νερό. Οποιος εισέρχονταν αμέσως μετά την ταραχή του νερού γινόταν καλά από οποιαδήποτε αρρώστια και αν έπασχε. Ηταν εκεί ένας άρρωστος 38 χρόνια. Οταν ο Κύριος τον είδε και ήξερε ότι ήδη πολύ καιρό πάσχει, του είπε, θέλεις να γίνεις καλά; Και εκείνος αποκρίθηκε, Κύριε, άνθρωπο δεν έχω να με βάλει στην κολυμβήθρα όταν ταραχθεί το νερό, ενώ εγώ προσπαθώ άλλος κατεβαίνει πριν από εμένα.

      Και ο Κύριος του είπε, σήκω πάρε το κρεββάτι σου και περπάτα. Και αμέσως ο άνθρωπος έγινε καλά πήρε το κρεββάτι του και περπατούσε. Ηταν Σάββατο εκείνη την ημέρα. Ελεγαν λοιπόν οι Ιουδαίοι προς τον θεραπευμένο, Σάββατο είναι δεν συγχωρήσαι να σηκώνεις το κρεββάτι σου. Εκείνος τους είπε, Αυτός που με θεράπευσε μου είπε, σήκωσε το κρεββάτι σου και περπάτα. Αυτοί τον ρώτησαν, Ποιός είναι ο άνθρωπος που σου είπε σήκωσε το κρεββάτι σου και περπάτα;  Εκείνος όμως δεν ήξερε ποιός είναι, διότι ο Κύριος έφυγε γρήγορα επειδή ήταν πολύς κόσμος σε εκείνο το μέρος. Μετά απ'αυτά ο Κύριος τον βρήκε στον ιερό και του είπε, τώρα έγινες καλά, πρόσεχε μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις κάτι χειρότερο. Πήγε λοιπόν ο άνθρωπος και είπε στους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς τον θεράπευσε. Και γιαυτό κατέτρεχαν οι Ιουδαίοι τον Κύριο και ήθελαν να Τον σκοτώσουν διότι έκανε αυτά το Σάββατο. Ομως ο Κύριος τους είπε, ο Πατέρας Μου εργάζεται ως τώρα, και εγώ εργάζομαι. Γιαυτό ήθελαν περισσότερο να Τον σκοτώσουν, διότι όχι μόνο παρέβαινε το Σάββατο, αλλά έλεγε και Πατέρα Του το Θεό, ίσα με το Θεό κάνεις τον Εαυτό Σου;    

       Και ο Κύριος τους είπε, αληθινά αληθινά σας λέω, δεν μπορεί ο Υιός να πράττει κάτι μόνος Του, αν δεν βλέπει τον Πατέρα να κάνει το ίδιο, επειδή όσα Εκείνος πράττει, τα ίδια πράττει και ο Υιός. Διότι ο Πατέρας αγαπάει τον Υιό και Του δείχνει όλα όσα πράττει, και μεγαλύτερα έργα θα Του δείξει για να θαυμάζετε εσείς. Καθώς ο Πατέρας σηκώνει τους νεκρούς και τους ζωοποιεί, το ίδιο και ο Υιός θα ζωοποιεί. Επειδή ο Πατέρας δεν κρίνει κανένα αλλά στον Υιό έδωσε όλη την κρίση, για να τιμούν όλοι τον Υιό καθώς τιμούν τον Πατέρα. Εκείνος που δεν τιμάει τον Υιό δεν τιμάει ούτε τον Πατέρα που Τον έστειλε. Αλλήθεια, αλήθεια σας λέω, εκείνος που ακούει τον λόγο Μου και πιστεύει σε Αυτόν που Με έστειλε, έχει ζωή αιώνια, και δεν έρχεται σε κρίση, αλλά μεταβαίνει απ'το θάνατο στη ζωή. Αλήθεια αλήθεια σας λέω, ότι έρχεται ώρα και ήδη είναι, όπου οι νεκροί θα ακούσουν την φωνή του Υιού του Θεού, και οι ακούσαντες θα ζήσουν. Διότι όπως ο Πατέρας έχει ζωή μέσα Του, έτσι έδωσε και στον Υιό να έχει ζωή μέσα Του. Και επίσης εξουσία Του έδωσε να κάνει κρίση, διότι είναι Υιός ανθρώπου. Μην θαυμάζετε τούτο, διότι έρχεται ώρα στην οποία όλοι οι νεκροί στα μνήματα θα ακούσουν τη φωνή Του, και θα εξέλθουν οι πράξαντες τα αγαθά σε ανάσταση ζωής, οι δε πράξαντες τα φαύλα σε ανάσταση κρίσης. Δεν μπορώ Εγώ να κάμω τίποτα απ'τον Εαυτό Μου, καθώς ακούω κρίνω, και η κρίση Μου είναι δίκαιη, διότι δεν ζητάω το δικό Μου θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα που Με έστειλε.

       Εαν μόνο Εγώ μαρτυρώ για τον Εαυτό Μου, η μαρτυρία Μου δεν είναι αληθινή, άλλος είναι που μαρτυράει για Εμένα, και ξέρω ότι αληθινή είναι η μαρτυρία την οποία μαρτυρεί για Εμένα. Εσείς εστείλατε στον Ιωάννη και εκείνος είπε την αλήθεια. Εγώ δεν χρειάζομαι μαρτυρία απ'ανθρώπους αλλά σας τα λέω αυτά για να σωθήτε εσείς. Εκείνος ήταν το αναμένο λυχνάρι που φέγγει, και εσείς θελήσατε να αγαλλιαστήτε προς ώρας στο φως εκείνου. Αλλά Εγώ έχω μεγαλύτερη μαρτυρία απ'αυτή του Ιωάννη, διότι τα έργα που Μου έδωσε ο Πατέρας να τελειώσω αυτά τα έργα τα οποία Εγώ πράττω αυτά μαρτυρούν για Εμένα, ότι ο Πατέρας Με έστειλε. Και ο Πατέρας που Με έστειλε μαρτυράει για Εμένα. Ούτε την φωνή Του ακούσατε ποτέ ούτε ποτέ είδατε την Οψη, και ο λόγος Του δεν μένει μέσα σας διότι δεν πιστεύετε σε Αυτόν τον οποίον Εκείνος έστειλε. Ερευνάτε τις γραφές διότι εσείς νομίζετε ότι σ'αυτές έχετε ζωή, και οι γραφές μαρτυρούν για Εμένα, αλλά δεν θέλετε να έρθετε σε Εμένα για να έχετε ζωή.

      Δεν παίρνω δόξα απ'ανθρώπους, αλλά σας γνώρισα ότι δεν έχετε την αγάπη του Θεού στον εαυτό σας, Εγώ ήρθα στο όνομα του Πατέρα Μου και δεν Με δέχεστε, εάν άλλος έρθει στο δικό του όνομα θα τον δεχτήτε. Πως μπορείτε εσείς να πιστεύετε όταν δοξάζει ο ένας τον άλλον, και δεν ζητάτε μόνο την δόξα του μόνου Θεού; Μην νομίζετε ότι Εγώ θα σας κατηγορήσω στον Πατέρα, υπάρχει ο κατήγορος σας ο Μωυσής στον οποίον εσείς ελπίζετε. Διότι αν πιστεύατε στον Μωυσή, θα πιστεύατε σε Εμένα, επειδή για Εμένα έγραψε ο Μωυσής. Εάν στα δικά του γραπτά δεν πιστεύετε πως θα πιστέψετε στα δικά Μου λόγια;.    

 

   Καθώς Πιστεύω.   Οι Πέντε Στοές.  Ας δούμε τώρα το θαύμα στην προβατική κολυμβήθρα με τις πέντε στοές. Η κατασκευή της κολυμβήθρας η οποία έγινε γύρω στα 400 π, Χ, αναφέρεται στο βιβλίο του Νεεμία. Ο Ιωάννης είναι ο μόνος που αναφέρει αυτό το θαύμα, και βεβαίως το θαύμα έγινε, αλλά το ερώτημα είναι αν πράγματι κατέβαινε Αγγελος και τάραζε το νερό, ή αν επρόκειτο μόνο για λαϊκή πίστη. Δεν γνωρίζουμε αλλά και δεν έχουμε λόγους να το αμφισβητήσουμε. Σίγουρα η κολυμβήθρα υπήρχε, και σίγουρα ήταν εκεί μαζεμένοι διάφοροι άρρωστοι που περίμεναν με κάποιο θαύμα να γίνουν καλά. Δεν έβλεπαν βέβαια Αγγελο να ταράζει το νερό, αλλά πίστευαν ότι ο Αγγελος κατέβαινε, και σίγουρα ο Θεός δεν απογοήτευε αυτόν που είχε αυτή την πίστη. Ωστόσο το τι ακριβώς γινόταν είναι μάλλον άγνωστο. Εν τούτοις, φαίνεται πως η εν λόγω κολυμβήθρα με τις πέντε στοές έχει κυρίως αλληγορική σημασία. Κάποιοι ερμηνεύουν τις πέντε στοές σαν σύμβολα των πέντε αισθήσεων. Συμβολίζουν λένε την όραση, την ακοή, την όσφρηση, τη γεύση και την επαφή. Σαν μια τετοια αλληγορία εκπέμπει συμβολικά μηνύματα. Μας λέει ότι ο άνθρωπος  δεν μπορεί να σωθεί, στηριζόμενος μόνο στις πέντε του αισθήσεις, δηλαδή δεν μπορεί να σωθεί στηριζόμενος μόνο στις δικές του δυνάμεις. Χρειάζεται βοήθεια, και για να την έχει, προϋποθέτει να την ζητήσει.

       Γιαυτό ο Κύριος τον ρώτησε: θέλεις να γίνεις καλά; Ακούγεται σαν πολύ παράξενη ερώτηση, γιατί βέβαια ποιός δεν θέλει να γίνει καλά! Δεν είναι όμως καθόλου παράξενη, και φυσικά ο Κύριος δεν ρώτησε γαι να μάθει αν ήθελε να γίνει καλά ο παράλυτος. Αυτή η ερώτηση περνάει ακριβώς το μήνυμα που λέει: αν θέλεις να γίνεις καλά, όχι μόνο σωματικά αλλά προπαντώς ψυχικά, πρέπει να το ζητήσεις, πρέπει να παραδεχτείς ότι οι δικές σου ικανότητες δεν μπορούν μόνες τους να σε θεραπεύσουν σωματικά, και κυρίως δεν μπορούν να σε θεραπεύσουν ψυχικά. Για να μπείς στην κολυμβήθρα του Θεού χρειάζεσαι άνωθεν βοήθεια, την οποία προϋποθέτει να την ζητήσεις, και το να την ζητήσεις προϋποθέτει την προσπάθεια σου να απελευθερωθείς από την ψευδαίσθηση της δικής σου δύναμης, πρέπει να απελευθερωθείς από τα πάθη των αισθήσεων σου. Ο καθένας τρέχει για τον εαυτό του. Γιατί όσο και αν ένας άνθρωπος θέλει να σε σώσει, και όσο και αν προσπαθεί, δεν μπορεί, ωστόσο, να το κάνει. Χρειάζεται η δική σου θέληση, χρειάζεται να ζητήσεις εσύ άνωθεν βοήθεια, και η θέληση του να μπορείς να ζητάς άνωθεν βοήθεια, προϋποθέτει αγώνα ανεξαρτησίας και απελευθέρωσης από τα είδωλα σου.

       Aς δούμε τη συνέχεια. Την ημέρα που ο Κύριος έκαμε αυτό το θαύμα ήταν Σάββατο. Οταν οι Ιουδαίοι είδαν τον άνθρωπο να κουβαλάει το κρεββάτι του, του είπαν, δεν συγχωρείται να σηκώνεις το κρεββάτι σου το Σάββατο. Εκείνος τους είπε, Αυτός που με έκαμε καλά, μου είπε σήκωσε το κρεββάτι σου και περπάτα. Ο Κύριος θα μπορούσε να του πει, κοίτα, επειδή σήμερα είναι Σάββατο, μην σηκώνεις το κρεββάτι σου, άφησε το κρεββάτι σου εδώ και περπάτα. Ελα αύριο να το πάρεις. Ομως είναι φανερό ότι τους προκαλούσε, γιατί βεβαίως δεν ήταν δυνατόν να συμβιβαστεί με το θρησκευτικό παράλογο, με την τύφλα και την υποκρισία τους. Ναι, ο νόμος λέει μην εργάζεσαι το Σάββατο, αλλά μην εργάζεσαι, όχι μην κινήσαι, όχι να μην βοηθήσεις έναν άνθρωπο όταν αυτός χρειάζεται άμεση βοήθεια.

    Δηλαδή πνίγεται κάποιος στο ποτάμι το Σάββατο, και αντί να τον σώσεις από τον πνιγμό, του λες περίμενε ως αύριο!  Η' όταν έρθει η ώρα της γυναίκας να γεννήσει, και τυχαίνει να είναι Σάββατο, πήγαινε εσύ μαμή να της πείς, περίμενε ως αύριο, γιατί σήμερα δεν δουλεύω. Ολα λοιπόν πρέπει να κινούνται μέσα στα λογικά όρια. Ο Θεός δεν μας έδωσε τη λογική χωρίς λόγο. Ο Κύριος μάλιστα περνάει ένα άλλο μήνυμα, είπε: ο Πατέρας Μου εργάζεται ως τώρα και Εγώ εργάζομαι. Δηλαδή ο Πατέρας, ή ο Δημιουργός εργάζεται ακόμα. Και βεβαίως ο Πατέρας όταν εργάζεται δεν οργώνει χωράφια, αλλά δημιουργεί και σώζει ανθρώπους. Ο Κύριος λοιπόν είπε έμμεσα ότι η δημιουργία δεν τελείωσε ακόμα. Η έβδομη ημέρα ανάπαυσης Του δεν ήρθε ακόμα. Ο Θεός εργάζεται ακόμα, δεν αναπαύτηκε.

        Ας δούμε κάποια άλλα λόγια του Κυρίου. Οταν είδε τον πρώην παραλυτικό στο ναό του είπε, κοίταξε τώρα έγινες καλά, πρόσεχε μην αμαρτάνεις για να μην πάθεις χειρότερα. Τι εννοούσε άραγε ο Κύριος; Μήπως αυτό σημαίνει ότι η αμαρτία προκαλεί αρρώστιες; Σίγουρα και αυτό συμβαίνει, αλλά βεβαίως οι αρρώστιες προέρχονται και ερμηνεύονται από διάφορες αιτίες, μεταξύ των οποίων είναι και οι ψυχολογικές. Δεν θα μπούμε τώρα στα χωράφια των γιατρών, αλλά σίγουρα κανένας γιατρός δεν αρνήται ότι διάφορες αρρώστιες ξεκινούν από την άρρωστη ψυχή. Αλλά αυτό βέβαια δεν συμβαίνει πάντα. Η αμαρτία για έναν πιο ευαίσθητο άνθρωπο προκαλεί ενοχές, οι οποίες με την σειρά τους προκαλούν ανησυχίες και στενοχώριες. Και καθώς όλα αυτά επηρεάζουν την αρμονική λειτουργία του σώματος, συχνά γίνονται αιτίες μεγάλων και θανατηφόρων ασθενειών.

       Ωστόσο ο Κύριος δεν εννοούσε μόνο τις αρρώστιες που αρρωσταίνουν και σκοτώνουν το σώμα, αλλά κυρίως εννοούσε την αμαρτία, που αλυσοδένει την ψυχή. Είπε μην αμαρτάνεις για να μην σου συμβεί κάτι χειρότερο, και τι άλλο χειρότερο μπορούσε να του συμβεί από το να "χάσει" τη ψυχή του; Η σωματική αρρώστια σκοτώνει το σώμα, και η αρρώστια της ψυχής, με την έννοια η αμαρτία, χωρίζει την ψυχή από το Θεό. Γενικότερα όμως οι αρρώστιες μέσα στην δημιουργία προέρχονται από τις παραμβολές του Διαβόλου. Μπορεί να ερμηνεύονται από διάφορες φυσιολογικές αιτίες, και όλα να φαίνονται σαν φυσιολογικά. Αλλά το ερώτημα είναι τι ακριβώς σημαίνει, φυσιολογικά; Πως προήρθαν οι αρρώστιες μέσα στη λεγόμενη φύση, ή μάλλον ποιός τις εισήγαγε; Το ζήτημα βέβαια είναι πάρα πολύ πολύπλοκο, και φυσικά δεν υπάρχουν εύκολες και σαφείς απαντήσεις. Απλά ο κόσμος σκεπάζει μια μεγάλη πραγματικότητα με λόγια και ονόματα, επειδή δεν μπορεί να την ερμηνεύσει.

       Τα ονομάζει φυσιολογικά φαινόμενα, και ιδιαίτερα αυτοί που  δεν πιστεύουν στο Θεό τα ερμηνεύουν σαν έργα και παραξενιές της "μαμάς" φύσης. Και γιατί, παρακαλώ, να είναι αυτή η μαμά φύση, και όχι κάποια άλλη; Γιατί;; Υπάρχει αυτή η παράξενη "μαμά", η "άκαρδη" επειδή εκτός του Αγαθού Θεού Δημιουργού, υπάρχει επίσης και το σκοτάδι, ο καταστροφέας της ζωής με τις παρεμβολές του.  Και αυτός είναι η αιτία κάθε κακού. Αλλα, όσο και αν ακόμα βασιλεύει στον υλικό κόσμο, δεν έχει απόλυτη κυριαρχική δύναμη, δεν έχει εξουσία να κάνει ότι θέλει. Αν είχε τέτοια δύναμη και εξουσία, τότε δεν θα υπήρχε πια ζωή πουθενά. Για να κάνει το κακό, πρέπει να έχει και το δικαίωμα να το κάνει, το οποίο δικαίωμα προσφέρεται από τις ανθρώπινες αμαρτωλές δραστηριότητες, οι οποίες με την σειρά τους προκαλούν την αποστροφή του Υψίστου, με αποτέλεσμα το δίκαιο να γέρνει υπέρ του Διαβόλου...

       Ο Κύριος λέει ξεκάθαρα, στην δική Του Βασιλεία στην οποία δεν θα έχει κανένα δικαίωμα το ερπετό, δηλαδή δεν θα υπάρχει πια εκεί,  οπότε δεν θα υπάρχουν πια ούτε αρρώστιες ούτε προβλήματα, και άρα η φύση του Διαβόλου η οποία υπάρχει μέσα στην φύση του υλικού κόσμου, εκεί δεν θα υπάρχει. Οι αρρώστιες λοιπόν υπάρχουν στη φύση επειδή μέσα στη φύση υπάρχει και η φύση του Διαβόλου. Αυτός εισήγαγε τις αρρώστιες, αυτός δημιούργησε το κακό, και αυτός το κινεί.  Στην Βασιλεία του Θεού δεν θα υπάρχουν αρρώστιες και δεινά, ενώ αν δημιουργούσε τον υλικό κόσμο χωρίς την ύπαρξη του Σκότους, ούτε εκεί θα υπήρχαν αρρώστιες και δεινά, γιατί απλούστατα θα υπήρχε μια άλλη φύση των πραγμάτων, ένας άλλος κύκλος ζωής, μια άλλη μαμά φύση.

     Ετσι γίνεται κατανοητό ότι το ζήτημα είναι άρρητο γιατί είναι αξαιρετικά πολύπλοκο, απλά κατανοούμε πως οι αμαρτίες πράγματι σχετίζονται με τις αρρώστιες με έμμεσους και άμεσους πολυποίκιλους τρόπους, και όχι μόνο επειδή προκαλούν ενοχές και ψυχικές διαταραχές. Αλλά ο κυρίως σκοπός του Υψίστου είναι να σώζει τις ψυχές των ανθρώπων, και αυτό επιτυγχάνεται με πολλούς και άρρητα  πολυσύνθετους τρόπους τους οποίους πράγματι, είναι πολύ δύσκολο να τους προσδιορίζουμε και να τους κατανοήσουμε. Με άλλα λόγια δεν μπορούμε σε κάθε περίπτωση να ξέρουμε που αποβλέπει ο Θεός, ενώ εκείνο που ξέρουμε σίγουρα είναι ότι πάντα αποβλέπει στο να σώζει ψυχές. Ο Πατέρας Μου εργάζεται, λέει ο Κύριος, και Εγώ εργάζομαι. Και η εργασία του Δημιουργού είναι να δημιουργεί και να σώζει. Δεν εγκατέλειψε ο Θεός την δημιουργία Του.

       Ας δούμε την συνέχεια. Ο Ιωάννης γράφει ότι οι Ιουδαίοι κατέτρεχαν τον Κύριο και ήθελαν να Τον θανατώσουν επειδή θεράπευε το Σάββατο. Δηλαδή σύμφωνα με αυτούς ο Κύριος δεν τηρούσε το νόμο, και όποιος δεν τηρούσε το νόμο, έπρεπε να θανατώνεται, σύμφωνα πάλι με το "νόμο" του Θεού.  Ο ένας νόμος του Θεού λέει, μην εργάζεσαι το Σάββατο, και άλλος νόμος λέει, μην φονεύσεις, και άλλος νόμος λέει, αγάπα τον πλησίον σου. Και αυτοί βεβαίως είναι νόμοι του Θεού. Αν αγαπάς τον πλησίον σου, και υπακούς στον νόμο μην φονεύσεις, τότε βεβαίως δεν σκοτώνεις εκείνον που εργάστηκε το Σάββατο, και αν πράγματι εκείνος αμάρτησε με το να εργαστεί το Σάββατο, ας τον συγχωρέσει ή ας τον τιμωρήσει ο Θεός. Η' τέλος πάντων σαν κράτος μπορούσε να επιβάλλει κάποιο είδους πρόστιμο για τους αληθινά παραβάτες του νόμου.

     Το να φονεύσουν όμως κάποιον επειδή έκαμε μια κάποια εργασία το Σάββατο, ποίου νόμος είναι; Σαφώς, αν κάποιος εφαρμόζει αυτό το νόμο, τότε καταπατεί όλους τους άλλους. Θα ήταν λοιπόν ποτέ δυνατόν να αντιφάσκει ο Θεός, λέγοντας, μην φονεύσεις, αγάπα τον πλησίον σου οπως τον εαυτό σου, και μετά να λέει, φόνευσε αυτόν που εργάστηκε το Σάββατο, και μάλιστα όταν αυτή η εργασία έσωζε έναν άνθρωπο; Ποτέ βέβαια. Οι θανατικές ποινές που αναφέρονται σαν νόμος του Θεού πάνω στα διάφορα παραπτώματα, δεν έχουν καμιά σχέση με την θέληση του Θεού. Εκτός όμως αυτού, αυτοί έβλεπαν να γίνονται θαύματα, και παρόλο που έβλεπαν τη δύναμη και την θέληση του Θεού με τα μάτια τους, ήθελαν να θανατώσουν Εκείνον ακριβώς που είχε στα Χέρια Του την δύναμη και την θέληση του Θεού. Αληθινή τύφλωση.

        Και ο Κύριος τους είπε, δεν έχετε την αγάπη του Θεού μέσα σας, Εγώ ήρθα στο όνομα του Πατέρα Μου και δεν Με δέχεστε, εάν όμως έρθει κάποιος άλλος στο δικό του το όνομα θα τον δεχτείτε. Πως είναι δυνατόν να πιστεύετε εσείς, όταν δοξάζετε ο ένας τον άλλο αντί να ζητάτε μόνο τη δόξα του Θεού;  Και βέβαια αυτή ακριβώς είναι η απάντηση. Ενας διεφθαρμένος άνθρωπος είναι τυφλός, και ό,τι και αν δει με τα μάτια του, ό,τι και αν ακούσει με τα αφτιά του, δεν πρόκειται να δει και να καταλάβει τίποτα. Απλούστατα, ένας τυφλός δεν βλέπει, και ένας κουφός δεν ακούει. Βεβαίως λόγω της τότε συσκοτισμένης εποχής με τους διάφορους αγύρτες που παρίσταναν τους θαυματοποιούς, και μέσα από διάφορες φήμες και διαδόσεις περί θαυμάτων με φακιρικά τεχνάσματα κλπ, είχαν κάπου εξοικειωθεί με τα θαύματα, και δεν τους έκαναν μεγάλη εντύπωση.

    Και όλο αυτό το σκηνικό που συνεχίζεται ως τις μέρες μας, με τους θαυματοποιούς, τους φακίρηδες κλπ,  δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια άλλη ταχτική του Διαβόλου με την οποία τυφλώσει τους διεφθαρμένους, ώστε να μη βλέπουν τα αληθινά θαύματα, και αν ήταν δυνατόν ακόμα και τους ευσεβείς.  Και φυσικά τα ψευτοθαύματα δεν έλλειψαν ούτε στις μέρες μας, αντίθετα...   

Κεφάλαιο 6.  Μετά απ'αυτά ο Κύριος ανεχώρησε πέρα στη θάλασσα της Γαλιλλαίας, και Τον ακολουθούσε πολύς κόσμος, γιατί έβλεπαν τα θαύματα που έκανε με τους αρρώστους. Ανέβηκε στο βουνό και εκεί κάθισε μαζί με τους μαθητές Του. Πλησίαζε το πάσχα, η γιορτή των Ιουδαίων. Σήκωσε ο Κύριος τα μάτια Του, και είδε πολύ κόσμο που ερχόταν κοντά Του, και είπε στον Φίλιππο. Από που θα αγοράσουμε ψωμί για να φάνε όλοι αυτοί; Το έλεγε για να τον δοκιμάσει, διότι ο Κύριος ήξερε τι θα έκανε. Και ο Φίλιππος είπε, 200-δηνάρια ψωμί δεν φτάνουν για να φάει λίγο ο καθένας. Και είπε ο Ανδρέας ο αδερφός του Σίμωνα Πέτρου, εδώ είναι ένα παιδί το οποίο έχει 5 κρίθινα ψωμιά και δύο ψάρια, αλλά τι είναι αυτά για τόσο κόσμο; Και είπε ο Κύριος, βάλτε τους ανθρώπους να καθίσουν. Ηταν πολύ χορτάρι σε εκείνο το μέρος. Εκάθισαν λοιπόν οι άνδρες οι οποίοι θα ήταν γύρω στις 5 χιλιάδες.

        Και ο Κύριος επήρε τα ψωμιά και αφού ευχαρίστησε, τα μοίρασε στους μαθητές, και οι μαθητές στους καθισμένους, το ίδιο και τα ψάρια όσο ήθελαν. Αφού χόρτασαν είπε στους μαθητές Του, μαζέψτε τα περισσεύματα κομμάτια για να μην χαθεί τίποτα. Τα εμάζεψαν λοιπόν και γέμισαν 12 κοφίνια από κομμάτια τα οποία περίσευσαν από τα 5 ψωμιά και τα 2 ψάρια. Οι άνθρωποι που είδαν αυτό το θαύμα έλεγαν, Αυτός είναι πράγματι ο Προφήτης που μέλλει να έρθει στον κόσμο. Ο Κύριος γνωρίζοντας ότι θέλουν να Τον πάρουν και να Τον κάμουν βασιλιά, ανεχώρησε πάλι μόνος Του στο βουνό. Αφού έγινε βράδυ, κατέβηκαν οι μαθητές Του στη θάλασσα, και αφού μπήκαν σε πλοίο πήγαιναν προς την Καπερναούμ. Ηταν ήδη σκοτάδι, και ο Κύριος δεν είχε έρθει κοντά τους, και η θάλασσα ήταν πολύ κυματώδης επειδή φυσούσε δυνατός άνεμος. Αφού λοιπόν κοπηλατούσαν 25-έως 30 στάδια, είδαν τον Κύριο που περπατούσε πάνω στη θάλασσα, πλησίαζε προς το πλοίο και φοβήθηκαν.

       Ο Κύριος τους είπε, μην φοβάστε, Εγώ Είμαι. Ηθελαν να Τον πάρουν στο πλοίο, και αμέσως το πλοίο έφτασε στο μέρος που πήγαιναν. Την άλλη μέρα ο κόσμος έστεκε κοντά στη θάλασσα, και είδαν ότι εκεί δεν υπήρχε άλλο πλοιάριο, παρά μόνο εκείνο με το οποίο ήρθαν οι μαθητές Του, αλλά ο Κύριος δεν είχε εισέρθει στο πλοίο με τους μαθητές Του, και μόνοι τους οι μαθητές είχαν φύγει. Ηταν όμως και άλλα πλοιάρια απ'την Τιβεριάδα κοντά στο μέρος που έφαγαν τα ψωμιά, αφού ο Κύριος ευχαρίστησε. Οταν λοιπόν είδε ο κόσμος ότι ο Κύριος δεν ήταν εκεί, ούτε οι μαθητές Του, μπήκαν και αυτοί στα πλοία και ήρθαν στην Καπερναούμ ζητούντες τον Κύριο. Και αφού Τον βρήκαν πέρα απ'τη θάλασσα, Τον ρώτησαν, Δάσκαλε πότε ήρθες εδώ; 

Και ο Κύριος τους είπε, αληθινά αληθινά σας λέω, Με ζητάτε όχι γιατί είδατε θαύματα, αλλά γιατί εφάγατε και χορτάσατε. Μην εργάζεσθε για την φθειρομένη τροφή αλλά για την τροφή που μένει σε αιώνια ζωή την οποία θα σας δώσει ο Υιός του ανθρώπου, διότι Αυτόν εσφράγισε ο Πατέρας, ο Θεός. Και αυτοί Του είπαν, τι να κάνουμε για να εργαζόμαστε τα έργα του Θεού; 

        Και ο Κύριος τους είπε, τούτο είναι το έργο του Θεού, να πιστεύετε σε Εκείνον τον οποίον έστειλε ο Θεός. Και αυτοί Του είπαν, τι σημείο κάνεις Εσύ, για να δούμε και να Σε πιστέψουμε; Τι εργάζεσαι; Οι πατέρες μας έφαγαν το μάννα στην έρημο, όπως είναι γραμμένο, ?άρτον εκ του ουρανού τους έδωσε να φάνε'. Και ο Κύριος τους είπε, αληθινά αληθινά σας λέω, δεν έδωσε σε εσάς άρτο εκ του ουρανού ο Μωυσής, αλλά ο Πατέρας Μου σας δίνει τον αληθινό Αρτο εκ του ουρανού. Διότι ο Αρτος του Θεού είναι ο καταβαίνων εκ του ουρανού, και δίνει ζωή στον κόσμο. Και Του είπαν, Κύριε δος μας πάντα αυτόν τον Αρτον. Και ο Κύριος τους είπε, Εγώ Είμαι ο Αρτος της ζωής, όποιος έρχεται σε Εμένα, δεν θα πεινάσει, και όποιος πιστεύει σε Εμένα δεν θα διψάσει ποτέ. Ομως σας είπα, Με βλέπετε και δεν πιστεύετε. Κάθε τι που Μου δίνει ο Πατέρας σε Εμένα θα έρθει, και αυτόν που έρχεται σε Εμένα, δεν θα τον βγάλω έξω, διότι κατέβηκα απ'τον ουρανό, όχι για να κάμω το δικό Μου το θέλημα, αλλά το θέλημα Εκείνου που Με έστειλε. Αυτό είναι το θέλημα του Πατέρα που Με έστειλε, κάθε τι που Μου έδωσε, να μην απολέσω κανέναν, αλλά να τον αναστήσω την τελευταία ημέρα. Και αυτό είναι το θέλημα Εκείνου που Με έστειλε, όποιος βλέπει τον Υιό και πιστεύει σε Αυτόν, να έχει αιώνια ζωή, και Εγώ θα τον αναστήσω την τελευταία ημέρα.

       Εγόγγυζαν λοιπόν οι Ιουδαίοι, επειδή ο Κύριος είπε, Εγώ Είμαι ο Αρτος που κατέβηκε απ'τον ουρανό, και έλεγαν, δεν είναι Αυτός ο Ιησούς ο γιος του Ιωσήφ, του οποίου εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα και την μητέρα; Πως λοιπόν λέει ότι κατέβηκε απ'τον ουρανό; Και ο Κύριος τους είπε, μην γογγύζετε μεταξύ σας, κανένας δεν μπορεί να έρθει σε Εμένα αν δεν τον ελκύσει ο Πατέρας που Με έστειλε. Είναι γραμμένο στους Προφήτες, και όλοι θα είναι διδακτοί του Θεού. Ο καθένας λοιπόν ο οποίος ακούει απ'τον Πατέρα και μάθει έρχεται σε Εμένα. Οχι ότι είδε κάποιος τον Πατέρα, μόνο Εκείνος ο οποίος είναι απ'το Θεό, Αυτός είδε τον Πατέρα.  Αληθινά αληθινά σας λέω, αυτός που πιστεύει σε Εμένα έχει αιώνια ζωή, Εγώ Είμαι ο Αρτος της ζωής. Οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα στην έρημο και πέθαναν. Αυτός είναι ο Αρτος που κατεβαίνει απ'τον ουρανό, για να φάει κάποιος και να μην πεθάνει. Εγώ Είμαι ο Αρτος ο Ζωντανός, που κατέβηκε απ'τον ουρανό. Οποιος φάει απ'αυτόν τον Αρτο θα ζήσει στον αιώνα. Και ο Αρτος τον οποίον Εγώ θα του δώσω είναι η Σάρκα Μου (Πνευματική Σάρκα) την οποία θα δώσω υπέρ της ζωής του κόσμου.

       Εμάχονταν λοιπόν μεταξύ τους οι Ιουδαίοι, και έλεγαν, πως μπορεί να μας δώσει να φάμε τη Σάρκα Του; Και ο Κύριος τους είπε, αληθινά αληθινά σας λέω, εάν δεν φάτε την Σάρκα του Υιού του ανθρώπου και δεν πιήτε το Αίμα Του, ζωή δεν έχετε. Διότι η Σάρκα Μου είναι αληθινή τροφή, και το Αίμα Μου αληθινό ποτό. Οποιος τρώει τη Σάρκα Μου και πίνει το Αίμα Μου, μένει μαζί Μου, και Εγώ μένω μαζί του. Καθώς Με έστειλε ο Ζωντανός Πατέρας, και Εγώ ζω για τον Πατέρα, και όποιος Με τρώει θα ζήσει και εκείνος για Εμένα. Αυτός είναι ο Αρτος που κατέβηκε απ'τον ουρανό, όχι όπως οι πατέρες σας έφαγαν το μάννα και πέθαναν, όποιος τρώει τούτο τον Αρτο θα ζήσει στον αιώνα. Αυτά είπε ο Κύριος στην συναγωγή διδάσκοντας στην Καπερναούμ. Πολλοί απ'τους μαθητές Του που άκουσαν είπαν, σκληρός είναι τούτος ο λόγος, ποιός μπορεί να τον ακούει; Εννόησε ο Κύριος ότι εγόγγυζαν πάνω σ'αυτό οι μαθητές Του και τους είπε, αυτό σας σκανδαλίζει; Εάν λοιπόν δείτε τον Υιόν του ανθρώπου να ανεβαίνει εκεί που ήταν πρώτα; Το πνεύμα είναι εκείνο το οποίο ζωοποιεί, η σάρκα δεν ωφελεί κανένα.

       Τα λόγια τα οποία σας λέω είναι πνεύμα και ζωή, αλλά μερικοί από εσάς δεν πιστεύετε. Διότι ο Κύριος ήξερε απ'την αρχή ποιοί είναι οι άπιστοι, και ήξερε ποιός ήταν να Τον προδόσει. Και έλεγε, γιαυτό σας είπα, κανένας δεν μπορεί να έρθει σε Εμένα, εάν δεν του είναι δοσμένο απ'τον Πατέρα Μου. Μετά πολλοί απ'τους μαθητές Του εστράφηκαν πίσω και δεν περπατούσαν πια μαζί Του. Είπε λοιπόν ο Κύριος προς τους 12, μήπως και εσείς θέλετε να φύγετε; Και είπε ο Σίμωνας Πέτρος, Κύριε σε ποιόν να πάμε; Εσύ έχεις λόγους ζωής, και εμείς πιστέψαμε ότι Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού της ζωής. Και ο Κύριος τους είπε, Εγώ δεν διάλεξα εσάς τους 12, και ο ένας από εσάς είναι διάβολος. Το έλεγε αυτό για τον Ιούδα του Σίμωνα, τον Ισκαριώτη, διότι αυτός ήταν ένας απ'τους 12, και έμελλε να Τον προδόσει.

 

   Καθώς Πιστεύω.  Ο Αρτος της Ζωής. Στο κεφάλαιο αυτό ο Ιωάννης περιγράφει το ένα θαύμα με τα πέντε ψωμιά και δύο ψάρια. Γράφει ότι πλησίαζε το πάσχα των Ιουδαίων, πράγμα που σημαίνει ότι πλησίαζε το τέλος του δεύτερου χρόνου της διδασκαλίας Του. Μετά το θαύμα ο Κύριος έφυγε, γιατί καθώς γράφει ο Ιωάννης ο λαός ήθελε να Τον κάνει βασιλιά τους. Εκείνος, ωστόσο,  δεν ήθελε λοιπόν να γίνει Βασιλιάς, παρόλο που οι "μεγάλοι" που Τον "αντιπροσωπεύουν" άλλοι μεν κάθονται σε θρόνους, και άλλοι έγιναν κράτος! Στην προκειμένη όμως περίπτωση, ο Ιωάννης περιφράφει τα γεγονότα και τις προθέσεις του λαού, με τον δικό του τρόπο, καθώς με κάποιο τρόπο έπρεπε να τα γράψει. Διότι ο Κύριος παρόλο που σίγουρα δεν ήθελε να γίνει βασιλιάς, ωστόσο δεν έφυγε για αυτό το λόγο. Ποιός λαός και ποιός άνθρωπος θα μπορούσε να αλλάξει τα σχέδια του Θεού; Κανένας βέβαια, και επομένως ο Κύριος ποτέ δεν νόμισε, και ποτέ δεν φοβήθηκε ούτε ότι θα Τον έκαναν βασιλιά ούτε ότι θα μπορούσαν να Τον θανατώσουν πριν έρθει η ώρα, και πριν τελειώσει ακόμα το έργο και την διδασκαλία Του.

     Ο Κύριος έφυγε μόνος Του στο βουνό γιατί είχε σκοπό να δείξει στο λαό τη δύναμη του Θεού και για να περάσει μηνύματα. Ο Ιωάννης γράφει ότι είχε σουρουπώσει και οι μαθητές κατέβηκαν στη θάλασσα. Δηλαδή περίμεναν κάποιες ώρες, και μετά είπαν, ας πάμε στη θάλασσα, ο Κύριος θα έρθει εκεί. Δεν γνώριζαν τα σχέδια Του, και επειδή μάταια περίμεναν να Τον δουν να έρχεται, μπήκαν σε ένα πλοίο και σκέφτηκαν να πάνε προς την Καπερναούμ. Είχε σκοτινιάσει αρκετά και τα κύματα υψώνονταν επικίνδυνα, όμως δεν φαινόταν πουθενά. Αφού απομακρύνθηκαν αρκετά από τη στεριά, Τον είδαν που περπατούσε πάνω στη θάλασσα πλησιάζοντας προς το πλοίο και φοβήθηκαν. Ο Κύριος τους είπε, μην φοβάστε, Εγώ Είμαι. Μην φοβάστε, είμαι ο Θεός, περπατάω πάνω στη θάλασσα, περπατάω πάνω στους λαούς της γης. Και αμέσως το πλοίο έφτασε στο μέρος που πήγαινε.

        Την άλλη ημέρα ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος πέρα στο μέρος που είχε φτάσει το πλοίο με τους μαθητές, και είδαν ότι δεν υπήρχε άλλο πλοίο παρά μόνο εκείνο με το οποίο είχαν έρθει οι μαθητές Του. Ηξεραν πολύ καλά ότι ο Κύριος δεν είχε μπεί μαζί τους στο πλοίο, καθώς είδαν με τα μάτια τους ότι οι μαθητές έφυγαν μόνοι τους. Με άλλα λόγια, όταν έφυγε μόνος Του για το βουνό, ο λαός κατέβηκε στη θάλασσα, και αφού περίμεναν μάταια να φανεί, μπήκαν όλοι στα άλλα πλοία και ήρθαν στην Καπερναούμ. Φαίνεται ότι είχαν έρθει με κάποια πλοία και με τα ίδια πλοία επέστρεψαν, και ήξεραν ότι είχαν φύγει όλοι από εκείνο το μέρος εκτός του Κυρίου, που Τον περίμεναν μάταια να μπεί στο πλοίο με τους μαθητές Του. Είχαν δει με τα μάτια τους ότι οι μαθητές έφυγαν μόνοι τους, και άλλο πλοίο δεν είχε μείνει σε εκείνο το μέρος.

     Ξαφνιάστηκαν λοιπόν πάρα πολύ, και δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως είχε έρθει. Γιατί ενώ οι ίδιοι λόγω της απόστασης και της θαλασσοταραχής πήγαν πολύ καθυστερημένοι, βρήκαν όμως το πλοίο με τους μαθητές εκεί, και ο Κύριος επίσης ήταν εκεί μαζί τους, αλλά τότε πως είχε έρθει; Αν το πλοίο με τους μαθητές είχε επιστρέψει να Τον παραλάβει, τότε πως βρέθηκαν εκεί πριν από αυτούς; Σε μια τέτοια περίπτωση, θα έπρεπε το πλοίο με τους μαθητές να φτάσει πολύ αργότερα από αυτούς. Γιαυτό ρώτησαν κατάπληκτοι, Κύριε πως και πότε ήρθες εδώ;  

       Ο Κύριος τους είπε, αλήθεια σας λέω, δεν Με ζητάτε επειδή είδατε θαύματα αλλά επειδή φάγατε και χορτάσατε. Μην εργάζεστε για την τροφή που φθείρεται αλλά για την τροφή που μένει στην αιώνια ζωή. Βεβαίως ο περισσότερος κόσμος δεν Τον  ζητούσε επειδή έφαγε και χόρτασε, και σίγουρα (αν είπε ακριβώς αυτά τα λόγια) δεν απευθύνθηκε σε αυτούς. Πολλοί Τον αγαπούσαν και Τον λάτρευαν, και  συχνά υπέφεραν πείνα και ταλαιπωρίες για να είναι κοντά Του. Αλλά μαζί με όλους αυτούς, ακολουθούσαν και διάφοροι άνεργοι και πεινασμένοι, οι οποίοι ως συνήθως τρέχουν όπου μαζεύεται κόσμος με την ελπίδα κάτι να φάνε και να χορτάσουν. Μαζί με αυτούς ακολουθούσαν σαν τις αλογόμυιγες και οι άλλοι καιροσκόποι, και κατάσκοποι των Φαρισαίων και αρχιερέων.

     Ο Κύριος λοιπόν απευθύνθηκε κυρίως  σε αυτούς. Είναι φανερό ότι άλλοι ρωτούσαν με ενδιαφέρον να μάθουν, και άλλοι πάλι ρωτούσαν με σκοπό να Τον ενοχλήσουν. Κάποιοι καλοπροαίρετοι ρώτησαν, τι να κάνουμε για να εργαζώμαστε τα έργα του Θεού. Και ο Κύριος τους είπε, να πιστεύετε σε Εκείνον που έστειλε ο Θεός. Οι σπιούνιοι όμως των Φαρισαίων ακολουθούσαν για να Τον προκαλούν, και γιαυτό Του έκαναν ερωτήσεις σαν γνώστες των γραφών με σκοπό να εντυπωσιάσουν τον κόσμο και να τον κάμουν να μην πιστεύει. Γιαυτό ρώτησαν δήθεν τον Κύριο, Ποιός είσαι Εσύ που πρέπει να Σε πιστεύουμε; Τι κάνεις Εσύ;

       Δεν είχαν τι άλλο να πούν, και έφεραν το θέμα με τους πατέρες τους στην έρημο, θέλοντας να πουν στον κόσμο ότι ο Μωυσής ήταν ο αληθινά απεσταλμένος του Θεού. Δηλαδή έλεγαν στον κόσμο, ότι ο Μωυσής είναι ο Προφήτης μας, Αυτόν δεν Τον ξέρουμε. Ο Κύριος όμως δεν πολυ-ενδιαφερόταν για τις δικές τους επιδιώξεις και ανοησίες τους, και βεβαίως εκείνο που ήθελε ήταν να διδάξει τους καλοπροαίρετους. Γιαυτό συνήθως απαντούσε στους σπιούνιους, ώστε να ακούν και να διδάσκονται αυτοί που πράγματι πήγαιναν να Τον ακούσουν. Σε αυτούς λοιπόν είπε, αλήθεια σας λέω, δεν σας έδωσε τον επουράνιο άρτο ο Μωυσής, αλλά ο Πατέρας Μου σας δίνει τον αληθινό επουράνιο Αρτο. Ο Αρτος του Θεού είναι Αυτός που κατεβαίνει από τον ουρανό και δίνει ζωή στον κόσμο.

       Τώρα κάποιοι άλλοι καλοπροαίρετοι, όχι οι σπιούνιοι, Του είπαν, δώσε μας αυτόν τον Αρτο. Και ο Κύριος τους είπε, Εγώ Είμαι ο Αρτος της ζωής, όποιος έρχεται σε Εμένα δεν θα πεινάσει και όποιος πιστεύει σε Εμένα δεν θα διψάσει. Βεβαίως δεν εννοούσε, ότι όποιος πηγαίνει κοντά Του και πιστεύει δεν θα πεινάσει για υλικό φαγητό, αλλά ότι η ψυχή του δεν θα πεινάσει και δεν θα διψάσει. Μόνο όταν θα φύγει από την φθαρτή ύλη και ενωθεί μαζί Του, δεν θα διψάσει και δεν θα πεινάσει ποτέ. Ο Κύριος μιλούσε μόνο για τα πνευματικά αγαθά, γιατί άλλωστε και ο Ιδιος όσο ζούσε στη γη, συχνά υπέφερε την πείνα και την δίψα. Μέσα στο βασίλειο του διαβόλου αυτοί που δεν πεινούν και δεν διψούν υλικά, είναι αυτοί που τα έχουν όλα, και βεβαίως ένας αληθινός Χριστιανός πάντα στερείται την τροφή, γιατί όταν καλοτρώει και καλοπίνει, ενώ γνωρίζει ότι άλλοι γύρω του πινούν και δυστυχούν, τότε δεν είναι αληθινός Χριστιανός. Πρέπει να σηκώνει το σταυρό του, και πάνω στο σταυρό είναι γραμμένη και η λέξη στέρηση.

       Ο Κύριος τους είπε επίσης, όποιον Μου δίνει ο Πατέρας Μου, θα έρθει σε Εμένα, και Εγώ δεν θα τον βγάλω έξω, γιατί γιαυτό ήρθα στον κόσμο, για να σώσω αυτούς που καλεί ο Πατέρας Μου. Ο Κύριος λοιπόν μιλούσε με απόλυτη σιγουριά, και έλεγε ότι αυτούς που ελκεί ο Θεός θα σωθούν, και κανένας και τίποτα δεν μπορεί να τους αποσπάσει και να ματαιώσει την σωτηρία τους. Αλλά για να γίνει αυτό έπρεπε να τους εξιλεώσει, να τους διδάξει και να τους δείξει τον δρόμο της σωτηρίας. Ο Κύριος τους έλεγε ότι κατέβηκε απ'τον ουρανό, και βέβαια δεν κατέβηκε σαν υλικό σώμα, αλλά με το υλικό αυτό Σώμα που γεννήθηκε και μεγάλωσε με την τροφή σαν κάθε σώμα, ήρθε στη γη ο Θεός.  Πολλοί απ'αυτούς δεν ήταν ακόμα σε θέση να το κατανοήσουν, γιαυτό πολλοί ακόμα και καλοπροαίρετοι γόγγυζαν όταν άκουγαν αυτά τα ακατανόητα λόγια, και έλεγαν, γιατί μας λέει ότι κατέβηκε απ'τον ουρανό;  Αυτοί  ήξεραν την Μητέρα Του και ήξεραν επίσης τον Ιωσήφ για τον οποίον νόμιζαν ότι ήταν ο πατέρας Του. Και όμως τους έλεγε ότι κατέβηκε απ'τον ουρανό. Τους έλεγε βέβαια την αλήθεια, αλλά τους ήταν δύσκολο να την κατανοήσουν και να την δεχτούν.

        Στη συνέχεια ο Κύριος μίλησε για το συμβολικό Αίμα και Σώμα Του, που όποιος τρώει το Σώμα Του και πίνει το Αιμα Του σε μια συμβολική πράξη εξιλεώνεται και γίνεται μέλος του Σώματος του Χριστού, γίνεται μέλος της Εκκλησίας Του. Πολλοί ή μάλλον όλοι δεν ήταν τότε σε θέση να καταλάβουν ούτε αυτά τα πνευματικά μηνύματα, τα καταλάβαιναν μόνο κυριολεκτικά, και γιαυτό γόγγυζαν και έλεγαν, αυτά τα λόγια είναι πολύ σκληρά, πως είναι δυνατόν να φάμε το Σώμα Του και να πιούμε το Αίμα Του; Ηταν πράγματι δύσκολο να καταλάβουν, και πράγματι αυτά τα λόγια ακούγονταν πολύ παράδοξα. Αλλά και ένας λόγος παραπάνω, γιατί αυτά τα λόγια ήταν μόνο θεϊκά, θα ήταν μάλλον αδύνατον να τα πει κάποιος άνθρωπος. Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο να διδάσκει και να λέει, ότι πρέπει οι άλλοι να φάνε το σώμα του και να πιούν το αίμα του, και ότι αυτή η πράξη θα τους έφερνε κοντά στο Θεό! Και μάλλον γιαυτό ο Κύριος το είπε έτσι κάπως ωμά και ακατανόητα για εκείνους που άκουγαν, ενώ ήξερε βέβαια ότι πολλοί θα έφευγαν. Περνάει όμως μηνύματα στους συγχυσμένους σοφούς, και αν πράγματι έχουν σοφές κεραίες, τότε εύκολα κατανοούν ότι μόνο ο Θεός θα μιλούσε έτσι! Το ότι έφυγαν τότε πολλοί από κοντά Του, δεν λέει τίποτα, γιατί αργότερα σίγουρα κατάλαβαν και επέστρεψαν στον Κύριο.

 

Κεφάλαιο 7.  Και περπατούσε ο Κύριος μετά απ'αυτά στην Γαλιλλαία, δεν ήθελε να περπατάει στην Ιουδαία, επειδή οι Ιουδαίοι ήθελαν να Τον θανατώσουν. Επλησίαζε η γιορτή των Ιουδαίων, η σκηνοπηγία. Και οι αδερφοί Του, Του είπαν, έλα από εδώ και πήγαινε στην Ιουδαία για να δούν οι μαθητές Σου τα έργα Σου τα οποία κάνεις, γιατί κανείς δεν κάνει κάτι στα κρυφά, και ζητάει να είναι φανερός. Εάν τα κάνεις αυτά, φανέρωσε τον Εαυτό Σου στον κόσμο. Επειδή ούτε τα αδέρφια Του πίστευαν. Και ο Κύριος τους είπε, ο δικός Μου καιρός δεν ήρθε ακόμα, ενώ ο δικός σας ο καιρός είναι πάντα έτοιμος. Ο κόσμος δεν μισεί εσάς, Εμένα όμως Με μισεί διότι μαρτυρώ τον κόσμο, τα έργα του είναι πονηρά. Εσείς ανεβήτε στην γιορτή, Εγώ δεν ανεβαίνω ακόμα σε αυτή τη γιορτή, διότι ο καιρός Μου δεν εκπληρώθηκε ακόμα. Και αφού τους είπε αυτά, έμεινε στην Γαλιλλαία. Αφού ανέβηκαν οι αδερφοί Του, τότε ανέβηκε και ο Κύριος στη γιορτή, όχι φανερά, αλλά κάπως κρυφά. Οι Ιουδαίοι λοιπόν Τον ζητούσαν στη γιορτή και έλεγαν, που είναι Εκείνος;

       Και υπήρχε πολύς γογγυσμός μεταξύ του κόσμου. Αλλοι έλεγαν ότι είναι καλός, και άλλοι όχι, αλλά πλανάει τον κόσμο. Κανένας όμως δεν μιλούσε φανερά για τον Κύριο, επειδή φοβόταν τους Ιουδαίους. Και ενώ η γιορτή ήταν περίπου στη μέση, ανέβηκε ο Κύριος στον ιερό και δίδασκε. Και θαύμαζαν οι Ιουδαίοι και έλεγαν, πως ξέρει γράμματα αφού δεν έμαθε; Και ο Κύριος τους είπε, η δική Μου διδαχή δεν είναι δική Μου, αλλά Εκείνου που Με έστειλε. Οποιος θέλει  να κάνει το θέλημα Του, θα γνωρίζει περί της διδαχής Μου, αν είναι απ'το Θεό, ή αν Εγώ μιλάω απ'τον Εαυτό Μου. Οποιος μιλάει για τον εαυτό του ζητάει τη δική του δόξα, όποιος όμως ζητάει τη δόξα αυτού που τον έστειλε, αυτός είναι αληθινός, και αδικία δεν υπάρχει σ'αυτόν. Ο Μωυσής δεν σας έδωσε το  νόμο; Και κανένας από εσάς δεν εκπληρώνει τον νόμο. Γιατί θέλετε να Με θανατώσετε; Και ο κόσμος είπε, ποιός ζητάει να Σε θανατώσει;

        Και ο Κύριος τους είπε, ένα έργο έκαμα και όλοι θαυμάζετε. Γιαυτό ο Μωυσής σας έδωσε την περιτομή, όχι ότι η περιτομή είναι απ'τον Μωυσή, αλλά απ'τους πατέρες, και το Σάββατο περιτέμνετε άνθρωπο. Εάν λοιπόν κάποιος κάνει περιτομή το Σάββατο για να μην καταργηθεί ο νόμος του Μωυσή, γιατί οργίζεστε εναντίον Μου επειδή έκαμα ολόκληρο άνθρωπο καλά το Σάββατο; Μην κρίνετε κατ' όψην, αλλά να έχετε δίκαιη κρίση. Ελεγαν μερικοί απ'την Ιερουσαλήμ, δεν είναι Αυτός τον οποίον ζητούν να θανατώσουν; Και ιδού μιλάει φανερά και δεν Του λένε τίποτα. Μηπως λοιπόν οι άρχοντες αναγνώρισαν ότι πράγματι είναι ο Χριστός; Αλλά Τον γνωρίζουμε πούθε είναι, ενώ ο Χριστός όταν έρχεται κανείς δεν ξέρει πούθε είναι. Και ο Κύριος εφώναξε στον ιερό διδάσκοντας και είπε, και Εμένα ξέρετε, και πούθε είμαι ξέρετε, και απ'τον Εαυτό Μου δεν ήρθα, αλλά Εκείνος που Με έστειλε είναι αληθινός, και εσείς δεν Τον ξέρετε, Εγώ όμως Τον ξέρω, διότι μαζί Του Είμαι, και Εκείνος Με έστειλε. Ηθελαν λοιπόν να Τον συλλάβουν, και κανένας δεν έβαλε το χέρι του πάνω Του, διότι δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα Του.

       Πολλοί όμως απ'το λαό πίστεψαν, και έλεγαν, όταν ο Χριστός έρθει, μήπως θα κάνει περισσότερα θαύματα; Ακουσαν οι Φαρισαίοι το λαό που γόγγυζε αυτά, και έστειλαν οι Φαρισαίοι και οι αρχιερείς υπηρέτες να Τον συλλάβουν. Και ο Κύριος τους είπε, ακόμα λίγο καιρό είμαι μαζί σας, και πηγαίνω σε Εκείνον που Με έστειλε. Θα Με ζητήσετε και δεν θα Με βρήτε, και όπου πάω Εγώ, εσείς δεν μπορείτε να έρθετε. Την τελευταία μεγάλη ημέρα της γιορτής στάθηκε ο Κύριος και φώναξε, όποιος διψάει ας έρχεται σε Μένα και ας πίνει, όποιος πιστεύει σε Εμένα, καθώς λέει η γραφή, ποταμοί ζωντανού νερού θα τρέχουν στην κοιλιά του. Αυτό το είπε περί του Αγίου Πνεύματος, που έμελλε να λαμβάνουν όσοι πιστεύουν στον Κύριο, διότι το Αγιο Πνεύμα δεν είχε έρθει ακόμα στους ανθρώπους, επειδή ο Κύριος δεν είχε ακόμα δοξαστεί. Πολλοί λοιπόν απ'το λαό ακούγοντας αυτά τα λόγια έλεγαν, Αυτός είναι αληθινά ο Προφήτης, άλλοι έλεγαν Αυτός είναι ο Χριστός. Και άλλοι έλεγαν, μήπως απ'τη Γαλιλαία θα έρθει ο Χριστός; Δεν είπε η γραφή ότι εκ του σπέρματος του Δαβίδ, και απ'την κόμη Βηθλεέμ όπου ήταν ο Δαβίδ έρχεται ο Χριστός; Σχίσμα λοιπόν έγινε μεταξύ του λαού για τον Κύριο. Αλλοι ήθελαν να Τον συλλάβουν αλλά κανένας δεν έβαλε χέρι πάνω Του. Πήγαν λοιπόν οι υπηρέτες στους Φαρισαίους και στους αρχιερείς, και εκείνοι τους είπαν, γιατί δεν Τον φέρατε;  Και αποκρίθηκαν οι υπηρέτες, ποτέ δεν μίλησε άνθρωπος έτσι, όπως μίλησε ο άνθρωπος Αυτός. Και τους είπαν οι Φαρισαίοι, μήπως και εσείς πλανηθήκατε; Μήπως κανένας απ'τους άρχοντες και Φα&