English:
Greek:
HOME    |    Contact me

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ


 

 

Ο ΝΟΜΟΣ

      Καθώς πιστεύω! Ας δούμε τώρα τους θείους νόμους και άλλους παραδοσιακούς θεσμούς. Κατ αρχήν, πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος όλα αυτά τα παράδοξα λόγια που καθώς γράφεται...έλεγε ο Θεός. Είναι ενοχλητικό να διαβάζουμε για "λόγια" του Θεού, όπως, επτά ημέρες δεν θα υπάρχει προζύμι στα σπίτια σας, και όποιος φάει ένζυμα από την πρώτη έως την εβδόμη ημέρα, αυτή η ψυχή θα εξολοθρευθεί. Είναι δυνατόν να πει ο Θεός κάτι τέτοιο; Εξολοθρεύει ψυχές ο Θεός επειδή έφαγαν ένζυμα; Οχι βέβαια. Επειτα, τι νόημα έχει μια τέτοια ανόητη "αμαρτία", είτε τότε ή τώρα, και από που και ως που είναι αμαρτία!

    Πόσο ευτυχισμένος θα ήταν μάλλον ο κόσμος μας, αν η μόνη αμαρτία μας ήταν αυτή! 'Η ότι ο Θεός "είπε", καθιέρωσε σε Εμένα κάθε πρωτότοκο που ανοίγει μήτρα, από ανθρώπου έως κτήνους. Και πολλούς άλλους παραδοσιακούς θεσμούς, και ταμπού των θεών. Των θεών, όχι του Θεού/Δημιουργού. Μα λογικά, τι θα τα έκανε τα πρωτότοκα ή δευτερότοκα ο Θεός, είτε ζώα ή ανθρώπους, και γιατί θα τα ζητούσε; Εκείνος θέλει όλους τους ανθρώπους να Του ανήκουν, πρωτότοκοι, δευτερότοκοι, τριτότοκοι κλπ.  

    Μήπως ο Κύριος επέλεξε του μαθητές Του με το κριτήριο του πρωτότοκου ή δευτερότοκου, ή μήπως τους είπε ποτέ, ξέρετε, αν είσαστε οι τυχεροί πρωτότοκοι θα έχετε την πρώτη θέση στην Βασιλεία του Θεού; Οχι βέβαια.  Ολα αυτά όπως ο πρωτότοκος, η περιτομή, οι θυσίες, τα άζυμα κλπ, ξεκίνησαν από τους θεούς, και παρέμειναν σαν παραδοσιακοί θεσμοί οι οποίοι έδεναν τις φυλές μεταξύ τους. Τα μέλη της κάθε φυλής είχαν ανάγκη από τα ιδανικά της, είχαν ανάγκη να αισθάνονται υπερήφανοι για αυτή, καθώς για να επιβιώσουν και να προοδεύσουν, είχαν ανάγκη απο προστασία, από  κοινή ταυτότητα, και από κοινό μέτωπο. Είχαν ανάγκη να αναγνωρίζει και να καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον, να αισθάνονται υπερήφανοι για τη φυλή τους, τη γλώσσα, τη θρησκεία, το έθνος τους.

      Είχαν ανάγκη να αισθάνονται ότι ανήκαν σε μια σπουδαία και μεγάλη φυλή με ιδανικά, με ίδιες ηθικές αξίες, με δύναμη και γόητρο, με άγιους πατέρες και ξακουστούς προγόνους. Αυτό τον αναγκαίο ρόλο έπαιξαν αυτοί οι παραδοσιακοί θεσμοί, καθώς για τότε ο φυλετισμός ήταν αναπόφευκτος και μέσα στα όρια  αναγκαίος. Δεν θα ήταν λοιπόν δυνατόν να καταργήσει ο Μωυσής τους θεσμούς και τις παραδόσεις, που αποτελούσαν την αναγκαία, και περιστασιακή σύνδεση και ταυτότητα της φυλών, αλλά αφού αυτά υπήρχαν πριν ακόμα γεννηθεί, δεν θα ήταν δυνατόν να ήταν και δικά του.

    Ολα αυτά και πολλά άλλα, όπως οι νόμοι των λευιτών για τις θυσίες, ταμπού νόμοι για τη γυναίκα επειδή είναι γυναίκα ή επειδή είχε περίοδο ή επειδή γέννησε παιδιά, ή νόμοι ταμπού για τους νεκρούς που δεν έπρεπε να τους αγγίζουν, και θεσμοί/ταμπού, αφετηρία των οποίων ήταν οι γενάρχες και πατέρες των «πρωτόγονων» φυλών, και μεταφέρονταν μέσω των παραδόσεων, γράφτηκαν από τους κρατικούς φορείς και τους λευίτες στα βιβλία του Νόμου, όπως Εξοδος, Λευιτικόν, Αριθμοί και Δευτερονόμιο, και μαζί με όλους τους άλλους θεόπνευστους νόμους του Μωυσή και τις 10 Εντολές παρέμειναν στη Βίβλο σαν Νόμος, Μωσαϊκός Νόμος. Που όμως δεν ήταν όλος ο Νόμος Μωσαικός.

      Ολα αυτά στις ημέρες μας θα έπρεπε να είναι ξεκαθαρισμένα και αυτονόητα, αλλά δυστυχώς, ακόμα ακούγεται πως όλα είναι γραπτά του Μωυσή. Ο Μωυσής λένε, είναι ο μόνος συγγραφέας της Πεντατεύχου! Λάθος. Και το χειρότερο είναι ότι αυτά τα βιβλία αναφέρονται σε γενοκτονικούς πολέμους, σε σατανικές σφαγές αθώων και άλλα τρομερά εγκλήματα, τα οποία ήταν λένε έργα του Μωυσή, και του Ιησού του Ναυή. Γράφουν επίσης στα ίσια και ξεκάθαρα ότι τα σατανικά εγκλήματα έγιναν με τις εντολές και με τη θέληση του Θεού!! Και επειδή μας πνίγει η οργή και η αγανάκτηση μπρός σε αυτά τα ανόσια και πανούργα, τα οποία ούτε λίγο ούτε πολύ, εμφανίζονται σαν "Λόγος του Θεού",  πρέπει  να δείξω και να αποδείξω ότι όλα αυτά είναι διαβολκά ψέματα, και ότι πολλά γραπτά με νόμους και εγκληματικά έργα αντανακλούν και εκφράζουν τα πονηρά συμφέροντα των αρχόντων.

     Σύμφωνα λοιπόν με τα γραπτά, όλοι οι νόμοι που αναφέρονται απ'το βιβλίο της Εξόδου ως το Δευτερονόμιο, δώθησαν από το Θεό στον Μωυσή!! Εκτός από τους νόμους έχουμε και θανατικές ποινές, όπου εμφανίζονται και αυτές σαν θεϊκές εντολές και εφαρμόζονταν σε παραπτώματα, πολλά εκ των οποίων είναι παράδοξα και απαράδεκτα, και φυσικά ούτε τότε δικαιολογούσαν τη θανατική ποινή. Εκτός τις 10  Εντολές, κάποιοι άλλοι γράφτηκαν από τον θεόπνευστο Μωυσή, που ωστόσο, είναι σύμφωνοι με το πνεύμα των 10 Εντολών, και βεβαίως εκφράζουν τη θέληση του Θεού.

    Πρέπει επίσης να παραδεχτούμε ότι κάποιες ποινές, μαστιγώσεις ίσως, για κάποια παραπτώματα, ήταν αναγκαίες για εκείνες τις πιο σκοτεινές εποχές. Αλλά βεβαίως δεν θα έδινε ο Θεός τέτοιες είδους εντολές και μάλιστα τόσο βάρβαρες. Αν ήταν εντολές του Θεού, θα ήταν ευλογημένες και εφαρμόσημες, που όμως, αλοίμονο σε εκείνον που εφαρμόζει τέτοιους νόμους υποτίθεται του Θεού, όπως για παράδειγμα "κόφτε της γυναίκας το χέρι", κλπ. Κάποιοι επίσης άλλοι, ήταν κομμένοι και ραμμένοι στα ανάλογα εκείνα μέτρα, ώστε για ευνοήτους λόγους να εμφανίζονται σαν θεοδοσμένοι, ώστε να προστατεύουν και να υπηρετούν πιο αποτελεσματικά τα  συμφέροντα των αρχόντων. Και μαζί με αυτούς τους "θεϊκούς" νόμους έχουμε και εκείνους των λευϊτών που αναφέρονται στις θυσίες, κλπ. Σύμφωνα λοιπόν με όλα αυτά τα παρείσακτα και πρόσθετα γραπτά, όλοι οι νόμοι δώθηκαν από το Θεό στον Μωυσή και άρα σύμφωνα με αυτούς, όλοι εκφράζουν τη θέληση του Θεού.

     Ο καλύτερος, ή μάλλον ο μοναδικός τρόπος για να ξεχωρίσουμε ποιοί εκφράζουν τη θέληση  Θεού, και άρα ποιοί  έμμεσα ή άμεσα  προέρχονται από το Θεό, είναι  να τους κοιτάξουμε στο Φώς του Χριστού. Ο Κύριος λέει, διδάσκω και κάνω ό,τι είδα και ό,τι έμαθα απο τον Πατέρα Μου, και άρα ο Πατέρας είναι σύμφωνος με ό,τι διδάσκει ο Υιός! Οπότε πρέπει να εξετάσουμε όχι τι δεν ταιριάζει μεταξύ Πατέρα και Υιού, (διότι διαφορά μεταξύ Πατέρα και Υιού δεν υφίσταται), αλλά τι δεν ταιριάζει μεταξύ του Φωτός του Θεού και των γραπτών της Βίβλου! Ωστόσο, για να τους κοιτάξουμε στο Φως του Κυρίου, σημαίνει κυρίως να έχουμε το Φως, να έχουμε το Χριστό στην ψυχή μας. Πρέπει να αγαπούμε τους άλλους, να προσπαθούμε να είμαστε δίκαιοι όπως ο Χριστός, να είμαστε ευαίσθητοι και ασυμβίβαστοι σε ό,τι αφορά το δίκαιο των άλλων, (όχι τόσο πολύ όσον αφορά το δικό μας δίκαιο) και πρέπει επίσης να είμαστε απελευθερωμένοι από σκοταδιστικές θρησκευτικο-κρατικές επινοήσεις με φόβους, και άλλα σκοτεινά δεσμά.

   Γενικά, πρέπει να νοιώθουμε πραγματικά το Θεό και τον άνθρωπο, προσπαθώντας να κατανοήσουμε τους άλλους εισερχόμενοι νοητά στη θέση εκείνου του άγνωστου ανθρώπου, της γυναίκας, του δούλου, του παιδιού. Εκείνου του άγνωστου ανθρώπου που υπέφερε τρομερά δεινά, που μαστιγώθηκε και ποδοπατήθηκε, που πείνασε και έκλαψε δουλεύοντας σκληρά και ασταμάτητα, βλέπωντας τον μάταιο κόπο του να μην του ανήκει, τον ατέλειωτο μόχθο του που αντί να του χαρίζει μια αξιοπρεπή ζωή και μια στάλα ευτυχίας, μετατρεπόταν σε περισσότερη περιουσία του άπληστου και "θεοευλογημένου" αφέντη, του αφέντη, που έλεγε πως (και ακόμα το λέει) είχε το "νόμο του Θεού" δικό του. Εκείνου του άγνωστου ανθρώπου που υπέφερε και καταπιέστηκε, ληστεύτηκε και σφαγιάστηκε από τους άδικους νόμους και από την βαρβαρότητα των υπηρετών του διαβόλου.

      Εκαμαν πολλά και εξαπάτησαν πολλούς, μίλησαν πολύ χρησιμοποιώντας άδεια και πονηρά λόγια, μίλησαν για θεοκρατίες και για θεϊκούς νόμους, μα ότι και αν είπαν όλοι αυτοί οι διάφοροι θεοκράτες και φαφλατάδες, αν αυτά δεν ταιριάζουν με το Φως του κόσμου πρέπει να απορρίπτονται. Ο Κύριος είναι το Φώς που φωτίζει τους νόμους της θείας ναυσιπλοΐας, και συγχρόνως είναι η Είσοδος στο λιμάνι και ο Καπετάνιος του πλοίου. Ο,τι ειπώθηκε πρίν ή μετά το Χριστό σχετικά με το Θεό, το κοιτάζουμε στο φώς της διδασκαλίας Του, και αν ταιριάζει, τότε είτε το είπαν προφήτες είτε απλοί άνθρωποι, ή φιλόσοφοι που έζησαν σε ειδωλολατρικό περιβάλλον, είναι το ίδιο σαν να το είπε ο Θεός. Αντίθετα, ότι δεν ταιριάζει με το Χριστό απορρίπτεται, έστω και αν αυτοί που το είπαν ισχυρίζονταν ότι ήταν άνθρωποι του Θεού, ή αν ορκίζονταν σαν τον Μωάμεθ ότι είχαν θείες αποκαλύψεις.

       Ο Κύριος Ιησούς Χριστός επικύρωσε και συμπλήρωσε τον νόμο του Θεού, και μόνο το νόμο του Θεού, γιατί είχε παραποιηθεί από τους κρατικούς φορείς καθώς αυτοί υπηρετούσαν φυλετικά συμφέροντα και την τότε άρχουσα τάξη. Αλλά αφού δεν ήρθε τότε να καταργήσει το κράτος, δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα και με τους κρατικούς νόμους. Οσο αυτό υπάρχει θα υπάρχουν και οι νόμοι του, οι οποίοι στην μετέπειτα και κάτω από διαφορετικές συνθήκες και επαναστάσεις πορεία, άλλαζαν και αλλάζουν, ώστε να προσαρμόζονται στις νέες κυρίαρχες τάξεις, και στα εκάστοτε κοινωνικά δεδομένα. Κατά συνέπεια δίδασκε μεν υπακοή στους κρατικούς νόμους, αλλά  στο βαθμό που αυτοί δεν αποτελούσαν πρόσκομμα στις σχέσεις του πιστού με το Θεό. Σε αυτή την περίπτωση ο Χριστιανός δεν πρέπει να υπακούει σε τέτοιους νόμους. Ας φανταστούμε τους Χριστιανούς να υποτάσσονται στους νόμους του κάθε Καίσαρα, που τους απαγορεύει να είναι Χριστιανοί!

      Μιλώντας πάλι εν συντομία για το κράτος, όλοι γνωρίζουμε ότι το οργανωμένο κράτος άρχισε να εμφανίζεται στα πρώτα βήματα κάθε πολιτισμού, όταν άρχιζαν οι μεγάλες αντιθέσεις και συγκρούσεις, με την απόκτηση μεγάλης ατομικής ιδιοκτησίας πάνω σε μεγάλες εκτάσεις γής, όπου με τη σειρά τους απαιτούσαν εργάτες. Οι εργάτες μετατράπηκαν και αυτοί σε ατομικές ιδιοκτησίες από τα μέλη του κράτους, και μέλη του κράτους, τουλάχιστον τότε, σημαίνει πλούσιοι άρχοντες. Το κράτος λοιπόν ήταν κράτος καταπιεστικό, κράτος πλουσίων αρχόντων, δεν ήταν λαϊκό, και βεβαίως ποτέ δεν υπήρξε, ακόμα τουλάχιστον, θεοκρατικό. Θεοκρατικό των "θεών" αρχόντων ναι, αλλά όχι ακόμα του Θεού/Δημιουργού!

    Καθώς γνωρίζουμε το πρώτο γραπτό σύνταγμα ήταν αυτό της αρχαίας Βαβυλωνίας, το οποίο λέγεται μάλιστα ότι βρέθηκε το 1901 στα ερείπια της. Εκεί απεικονίζεται ο βασιλιάς Χαμουραμπής σαν γιός θεού, να παίρνει τους νόμους του από το θεό ήλιο! Και το πρώτο ανθρώπινο σύνταγμα, ήταν του Δράκων, για το οποίο λέγεται μάλιστα ότι το έγραψε με αίμα, το 621 προ Χριστού στην αρχαία Ελλάδα. Ηταν ο πρώτος που είπε, ότι εμείς οι άνθρωποι της εξουσίας δίνουμε τους νόμους, όχι οι θεοί. Ας τα αφήσουμε όμως αυτά διότι λίγο μας ενδιαφέρουν, και ας προσπαθήσουμε να  έρθουμε στο θέμα που μας ενδιαφέρει. Αρχίζουμε από τα λόγια του Κυρίου που αναφέρθηκε στους νόμους.

      Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο κεφ. 15 διαβάζουμε ότι οι Φαρισαίοι παρατήρησαν στον Κύριο ότι οι μαθητές Του δεν έπλυναν τα χέρια τους πρίν φάνε, και Εκείνος τους απάντησε. Γιατί και εσείς παραβαίνετε την εντολή του Θεού για την παράδοση σας; Διότι ο Θεός προσέταξε τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και ο κακολογών πατέρα η μητέρα εξάπαντως να θανατώνεται. Ωστόσο στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο κεφ. 7:10 πάνω στο ίδιο θέμα ακούγεται να λέει. Διότι ο Μωυσής είπε τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και ο κακολογών πατέρα ή μητέρα εξάπαντως να θανατώνεται.

    Βέβαια, δεν έχει καθόλου σημασία που ο ένας Ευαγγελιστής έγραψε ο Θεός και ο άλλος ο Μωυσής, γιατί ο Μωυσής ήταν ο Προφήτης Του, και ό,τι έγραψε ήταν σύμφωνο με τη θέληση του Θεού. Εν τούτοις δεν είναι δυνατόν ο Χριστός να είπε ο Θεός και ο Μωυσής, και επομένως ο ένας τουλάχιστον έγραψε λάθος λέξη. Ωστόσο, κατανοούμε ότι πολλά λόγια που αναφέρονται πάνω στη διδασκαλία του Κυρίου, έστω και λαθεμένα, ή φαινομενικά λαθεμένα, μεταφέρουν κάποια μηνύματα, και στην περίπτωση αυτή νομίζω πως μας λένε, ότι αυτό που πραγματικά έγραψε ο Μωυσής ήταν σύμφωνο με τη θέληση του Θεού. Αυτό που θέλει  ο Θεός, είναι αυτό που έγραψε  ο Μωυσής.

     Θεωρώ λοιπόν, πως και οι δυο Ευαγγελιστές άσχετα με τον τρόπο τους, μεταφέρνουν ωστόσο το ίδιο μήνυμα, σύμφωνα με το οποίο ο Κύριος αναφέρθηκε στη θανατική ποινή. Αλλά εκείνο που σίγουρα εννοούσε ήταν το εξής. Εσείς γνωρίζετε ότι τόσο ο νόμος όσο και η θανατική ποινή είναι του Θεού, και όμως τον ακυρώνετε για τις παραδόσεις σας. Καθώς δείξαμε, και καθώς άλλωστε είναι ολοφάνερο, δεν ήταν τότε ο καιρός για κριτική και αποσαφήνιση των γραπτών. Κατά συνέπεια ο Κύριος δεν  θα εξηγούσε ότι ναι μεν αυτός ο νόμος είναι του Θεού, όχι όμως και η θανατική ποινή.

  Εκείνο ωστόσο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι, ότι αυτοί  ήξεραν ότι και ο νόμος και η θανατική ποινή ήταν δοσμένα από το Θεό. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν διδαχθεί, και οι ίδιοι μάλιστα ήταν δάσκαλοι του νόμου, και γνώριζαν καλώς ή κακώς, ότι τόσο οι νόμοι όσο και οι θανατικές ποινές ήταν του Θεού, και ενω αυτό γνώριζαν, εν τούτοις τους ακύρωναν για τις παραδόσεις τους. Και εκεί ακριβώς είναι η αμαρτία, γιατί πρέπει να τονιστεί, αυτό γνώριζαν, και όμως έλεγαν ότι αρκεί το δώρο μου, από το οποίο θα μπορούσαν να ωφεληθούν οι γονείς μου, χωρίς να τους τιμώ.

   Προσφέρω στους γονείς μου ένα κομμάτι ψωμί, ή κάνω κάποια άλλη δήθεν αγαθοεργία για τους γονείς μας, και δεν έχω πια υποχρεώσεις απέναντι τους. Με άλλα λόγια, είχαν εφεύρει διάφορους υποκριτικούς τρόπους για να ξεφορτώνονται τις υποχρεώσεις τους, και καταργούσαν τους νόμους που γνώριζαν ότι είναι δοσμένοι από το Θεό, άσχετα αν δεν ήταν όλοι, αυτοί όμως ήξεραν ότι ακόμα και οι θανατικές ποινές ήταν του Θεού. Η αμαρτία έχει στενή σχέση με τη γνώση, έστω και αν αυτή η γνώση είναι κάποτε λαθεμένη. Ο Κύριος έλεγε και λέει, αν δεν ξέρατε δεν θα είχατε αμαρτίες, ενώ εσείς ισχυρίζεστε ότι ξέρετε, οπότε η αμαρτία σας παραμένει. Και αυτοί ήξεραν ότι ο νόμος και η ποινή ήταν του Θεού, και όμως, δεν τιμούσαν τους γονείς τους, ενώ είχαν εφεύρει διάφορους υποκριτικούς τρόπους να ξεφορτώνονται τις υποχρεώσεις τους.

      Ο Κύριος κήρυττε ότι η θεική κρίση για τον καθένα έρχεται μετά τον θανατό του. Οταν μάλιστα ζήτησαν οι μαθητές Του να καλέσουν φωτιά από τον ουρανό ώστε να κάψουν αυτούς που δεν τους δέχτηκαν, Εκείνος τους επέπληξε λέγοντας, δεν ξέρετε τίνος πνεύματος είσαστε εσείς;; Επειδή ο Υιός του ανθρώπου δεν ήρθε να απολέσει ψυχές, αλλά να σώσει! Κήρυξε όχι 7, αλλά 77, φορές συγχώρεση, και το 7 και 77, δηλαδή 777, δεν ειπώθηκε τυχαία, αλλά ο Κύριος αναφέρθηκε στα  τρία εφτάρια τα οποία  είναι σύμβολα του Θεού.

    Ενα άλλο παράδειγμα είναι η εργασία του Σαββάτου, πάνω στην οποία εφάρμοζαν την ποινή του θανάτου. Στο βιβλίο των Αριθμών γράφεται ότι συνελήφθη κάποιος να μαζεύει ξύλα μέσα στην έρημο την ημέρα του Σαββάτου. Τον έφεραν μπρός στον Μωϋσή και στον Ααρών, και εκείνοι ρώτησαν λένε το Θεό να τους πεί τι να κάνουν. Τα ίδια τα συνηθισμένα, ο Θεός, σύμφωνα με αυτούς, μιλούσε με τις ώρες! Εγραψαν λοιπόν ότι τους είπε να τον λιθοβολίσουν. Μεγάλη αντίφαση, διότι ο Κύριος κήρυξε ότι δεν έγινε ο άνθρωπος για το Σάββατο, αλλά το Σάββατο για τον άνθρωπο. Οπότε για κανένα λόγο δεν θα έλεγε ο Θεός να τον λιθοβολήσουν, και φυσικά, ούτε και ο Μωυσής σαν θεόπνευστος που ήταν θα έγραφε τέτοια εκουσίως ψέματα που τολμούν να διαψεύδουν το Θεό.

   Αλλωστε, ας φανταστούμε το Θεό να δίνει ιδιαίτερη σημασία στην ημέρα Σάββατο, δηλαδή στην άνευ τόσο ουσιαστικής σημασίας αργία, όταν αυτή γίνεται αιτία να χάνονται ψυχές! Διότι τι νόημα θα είχε η δημιουργία, αν το ευτελές και δευτερεύον στέκει υπεράνω του ουσιώδες και πρωτο-σημαντικού, ή όταν το άψυχο κυριαρχεί πάνω στο έμψυχο και μπορεί να το καταστρέφει; Δεν θα ήταν καλύτερα να καταργήσει το Σάββατο; Ομως μια ημέρα αργίας ήταν αναγκαία για τους εργαζόμενους και κυρίως για τους ταλαίπωρους δούλους, ώστε να παίρνουν μιαν ανάσα και να ξεκουράζονται. Το Σάββατο λοιπόν είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου, δεν είναι αφέντης του ανθρώπου. Πρέπει να κάθεται να ξεκουράζεται, και να εξυψώνεται πνευματικά, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Υψιστο.

   Μην δουλεύεις άνθρωπε το Σάββατο, ή μάλλον τώρα μην δουλεύεις την Κυριακή, είσαι βέβαια ελεύθερος να επιλέξεις, χωρίς τον φόβο του λιθοβολισμού, αλλά αν είσαι πράγματι ελεύθερος, τότε μην είσαι δούλος, ούτε ψεύτης και υποκριτής. Δεν έπρεπε λοιπόν να λιθοβολούν έναν άνθρωπο επειδή μάζεψε ξύλα το Σάββατο, απλά, θα ήταν αρκετό ένα πρόστιμο ή κάποια άλλη τιμωρία, ώστε να υπάρχει τάξη και υπακοή στους νόμους. Παρόλα αυτά έγραψαν ότι ο Θεός είπε στο Μωυσή να λιθοβολήσει εκείνον τον ταλαίπωρο που τόλμησε να μαζέψει ξύλα. Ιδού ένα ολοφάνερο ψέμμα, και φυσικά, επαναλαμβάνω, δεν ανήκει στα γραπτά του Μωυσή!

     Στα βιβλία γράφεται ότι είναι νόμος του Θεού, να  λιθοβολούνται οι πόρνες και οι μοιχαλίδες. Οταν μιά ομάδα νομοδιδασκάλων συνέλαβε μιά γυναίκα επ αυτοφώρω να διαπράττει μοιχεία, την έσυραν μπρός στο Χριστό με  "αγανάκτηση". Δηλαδή όχι τόσο με αγανάκτηση όσο με πονηριά. Διότι ήθελαν  να έχουν επιτέλους αδιάσειστα στοιχεία ώστε να στηρίξουν κατηγορίες εναντίον Του. Και μόνο αυτή τους η πράξη είναι αρκετή να αποδείξει, ότι ο Χριστός ήταν ενάντιος σε  πολλούς "θεϊκο-κρατικούς" νόμους. Οσο και αν ήταν υποκριτές ήταν ωστόσο δάσκαλοι του νόμου, καθώς τον δίδασκαν μέσα στο ναό και τις συναγωγές. Και όλοι οι νόμοι σύμφωνα με τα γραπτά ήταν του Θεού, ενώ ο Χριστός παρόλο που κήρυττε το θέλημα του Θεού, δεν υποτασσόταν στο γράμμα αυτών των δήθεν θεοκρατικών  νόμων, και συχνά  δίδασκε τα αντίθετα.

   Ελεγε με τον τρόπο Του πως δεν είναι νόμος του Θεού το οδόντα αντί οδόντως κλπ. Το είχε διδάξει πάνω στο όρος, και αυτοί που έστηναν παντού αφτί για να Τον κατασκοπεύουν, το είχαν ακούσει. Συχνά έλεγε πως συγχωρούσε τις πόρνες και τις μοιχαλίδες, δίνοντας τους ευκαιρία μετάνοιας και σωτηρίας, ενώ ο δήθεν νόμος του Θεού έλεγε ξεκάθαρα ότι έπρεπε να λιθοβολούνται. Και να που τους δώθηκε μιά ευκαιρία ώστε να έχουν επιτέλους σαφείς κατηγορίες εναντίον Του. Η γυναίκα πιάστηκε επ αυτοφώρω. Υπήρχαν μάρτυρες που το επιβεβαίωναν, όχι ένας μάρτυρας που δεν μπορούσε να στηρίξει κατηγορία, και ξεκάθαρα λοιπόν σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να πεθάνει με λιθοβολισμό.

      Εσύ λοιπόν τι λές;  Πρέπει ή δεν πρέπει να εφαρμοσθεί ο νόμος; Τους ήταν αδύνατον  να προβλέψουν τι θα πεί, αλλά ήταν σίγουροι ότι πάλι θα "βλασφημούσε" αντικρούωντας το νόμο του Θεού. Ο Κύριος έσκυψε και άρχισε να γράφει με το δάχτυλο πάνω στη γή. Πιθανόν να απαριθμούσε τις αμαρτίες τους, ή ίσως δεν ήθελε να φέρει σε δύσκολη θέση εκείνη την ντροπιασμένη γυναίκα κοιτάζοντας την μπρός στο πλήθος των κατηγόρων της. Σίγουρα θα έκλαιγε, ενώ θα την έβριζαν χυδαία, κρατώντας τα λιθάρια έτοιμοι να την συντρίψουν. Ο Κύριος απάντησε. Οποιος από σας είναι αναμάρτητος, ας ρίξει την πρώτη πέτρα. Και αυτά είναι Λόγια του Φωτός! Τους ήταν αδύνατον να προβλέψουν τι θα πεί, και σίγουρα δέν περίμεναν μια τέτοια απάντηση. Γιατί ποιός είναι αναμάρτητος; Μα κανένας.

    Που και πότε υπήρξαν αναμάρτητοι ώστε να εφαρμόζουν τις θανατικές ποινές, που υποτίθεται ότι έδωσε ο Θεός; Ποτέ και κανένας. Και να που έσκυψαν το κεφάλι  ντροπιασμένοι και έφυγαν, διότι κανείς δεν είχε εξουσία από το Θεό να λιθοβολεί κανένα, διότι τουλάχιστον, αν μη τι άλλο, αν ήθελε να επιβάλλει θανατικές ποινές, έχει τη δύναμη να το κάνει ο Ιδιος, χωρίς να το ζητάει από τους ανύπαρκτους αναμάρτητους. Εκτός αυτού, ένας αναμάρτητος δεν είναι βέβαια ούτε βάρβαρος ούτε κακούργος για να ζητάει το αίμα μιας γυναίκας, είναι ένας υιός ανθρώπου με θεία αισθήματα που αγαπάει και συγχωρεί, ένας που ποτέ δεν λιθοβολεί κανένα. Και ο μόνος Αναμάρτητος, ο Θεός, δεν την καταδίκασε, γιατί  την αγαπούσε και την συγχώρεσε. Που είναι οι κατήγοροι σου γυναίκα, κανείς δεν σε καταδίκασε; Κανείς Κύριε. Ούτε Εγώ σε καταδικάζω, πήγαινε και στο εξής μην αμαρτάνεις.

      Τώρα δεν χρειάζεται βέβαια να μακρηγορεί κανείς για να αποδείξει πως οι άδικοι και βάρβαροι νόμοι όπως και οι θανατικές ποινές δεν ήταν ποτέ και σε καμμιά περίπτωση σύμφωνοι με την θέληση του Θεού. Το αντίθετο είναι κατάφορα ενάντια στο νόμο Θεού, ενάντια στο νόμο Ου φονεύσεις. Ο λιθοβολισμός ήταν μια βάρβαρη πράξη στην οποία σεμμετείχαν διάφοροι άνθρωποι, όπου πέταγαν πέτρες με σκοπό  να σκοτώσουν κάποιον άλλο. Ενεργούσαν ενάντια στο νόμο Ου φονεύσεις, και μάλιστα ενεργούσαν χωρίς αγάπη προς τον πλησίον αψηφώντας και αυτή την εντολή.

    Και αν ακόμα ήταν αθώοι μέχρι εκείνη τη στιγμή, αυτή όμως χανόταν, καθώς από αθώοι, μετατρέπονταν σε ένοχους καταπατητές του νόμου, και σε κακούργους σαδιστές και δήμιους. Ας μην μακρηγορούμε λοιπόν, ο Θεός έδωσε μόνο άγιες και απόλυτα λογικές εντολές και ποτέ θανατικές ποινές. Αν το αμαρτωλό κράτος με τους εκμεταλευτές του και με τους τυφλούς ιερείς του, έσπρωχνε τους ανθρώπους στα άκρα, και μετά είχε ανάγκες, και χρειαζόταν τον τρόμο και θανατικές ποινές για να κυριαρχεί, αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν ο Θεός θα προσαρμοστεί στις ανάγκες του και στις πονηριές του.     

      Στην επί του όρους ομιλία  που αναφέρει  ο Ματθαίος στο κεφ.5 ο Χριστός λέει, ότι δεν ήρθε να καταργήσει τους νόμους και τους Προφήτες αλλά ήρθε να τους εκπληρώσει. Bεβαίως ο Κύριος εννοούσε ότι ήρθε να εκπληρώσει μόνο το Νόμο του Θεού, όπως τις 10 Εντολές και άλλους θεόπνευστους νόμους του Προφήτη, τους οποίους ο Κύριος συμπλήρωσε, καθώς σε κάποια μέρη του είχαν παραποιηθεί από τους κρατικούς νομοθέτες οι οποίοι κυρίως υπηρετούσαν το κράτος των αρχόντων. Και φυσικά, ο Κύριος δεν εννοούσε ότι ήρθε να εκπληρώσει άδικους νόμους, και κατά συνέπεια ενάντια στο θέλημα Του.

    Και κάτι άλλο πολύ σπουδαίοι, με τα λόγια, ήρθα να εκπληρώσω το Νόμο και τους Προφήτες, ο Κύριος λέει έμμεσα και άμεσα, Είμαι ο Θεός, και ήρθα να εκπληρώσω, κάτι που σημαίνει και να επικυρώσω τους νόμους Μου. Οι θεϊκοί νόμοι που γράφτηκαν στην Βίβλο από τον Μωυσή ή και όχι από τον Μωυσή είναι, ή πρέπει να είναι σύμφωνοι με την διδασκαλία Μου. Εάν δεν είναι σύμφωνοι με την διδασκαλία Του, τότε φυσικά δεν είναι θεϊκοί, και σίγουρα ο Κύριος δεν ήρθε να εκπληρώσει τους διάφορους κρατικούς νόμους, πολλοί εκ των οποίων είναι πονηροί και προσαρμoσμένοι να υπηρετούν πονηρά συμφέροντα.

      Αλλά επειδή δεν ήρθε τότε να καταργήσει το κράτος, και επειδή όλοι οι νόμοι, θεϊκοί, νόμοι ταμπού των θεών, και άλλοι κρατικοί, είχαν γραφτεί σαν νόμοι του Θεού, ο Κύριος μίλησε γενικά λέγοντας, ακούσατε τι είπαν στους αρχαίους. Οι αρχαίοι είχαν διδαχτεί για το θέλημα του Θεού, αλλού σωστά και αλλού λανθασμένα. Αλλά φυσικά, αν όλους τους νόμους τους είχε δώσει ο Θεός, τότε βεβαίως ο Κύριος δεν θα διέψευδε τον Πατέρα Του, που σημαίνει επίσης τον Εαυτό Του. Θα έλεγε, ακούσατε τι δίδαξε ο Θεός τους αρχαίους, και φυσικά ότι τους δίδαξε ήταν απόλυτα σωστό. Ας το δούμε πιο κοντά.  Ακούσατε λέει ότι ερρέθη στους αρχαίους ου φονεύσεις, και άρα μην λιθοβολείς κανένα. Τώρα, όποιος και να έλεγε ή έγραφε σε όποιο βιβλίο, ότι αυτός ο νόμος είναι του Θεού, ήταν σωστός, και βεβαίως είναι ένας από τις 10 Εντολές. Αλλά δεν αρκεί μόνο να μην φονεύσεις. Πρέπει να αγαπάς και να σέβεσαι τον πλησίον σου. Ο  Κύριος  συμπλήρωσε το νόμο λέγοντας, ότι δεν πρέπει να βρίζεις και ούτε καν να αποκαλείς μωρό τον άλλον.

      Το ίδιο και για τη μοιχεία, καθώς δεν είναι αρκετό το ου μοιχεύσεις. Εκείνος που θέλει να προσεγγίζει στο Θεό, πρέπει να αγαπάει και να σέβεται τους άλλους, να τους βλέπει σαν αδέλφια. Τι  νόημα έχει να λέμε ότι αγαπάμε το φίλο μας ή το συνάνθρωπο μας, ενώ κοιτάζουμε με πονηριά και πάθος τη γυναίκα  του; Επειτα ο άλλος, δεν είναι  ερωτικό αντικείμενο, είναι άνθρωπος με μια ψυχή πολύ αγαπημένη από το Θεό, έτσι πρέπει να τη βλέπουμε, δεν έχουμε το δικαίωμα να χρησιμοποιούμε τον άλλον, ο άλλος δεν είναι αντικείμενο ερωτικού  κορεσμού. Είναι άνθρωπος.

      Ακούσατε ότι ερρέθει στους αρχαίους μην επιορκίσεις αλλά εκπλήρωσε τον όρκο σου στον Κύριο, αλλά Εγώ σας λέω να μην ορκίζεσθε καθόλου, το ναι σας να είναι ναι, και το όχι να είναι όχι. Κάτι περισσότερο απ'αυτό προέρχεται εκ του πονηρού. Υπογραμμίζουμε τα λόγια Του, κάτι περισσότερο από αυτό προέρχεται εκ του πονηρού! Μα λογικά, γιατί θα μου πεί ο Θεός να ορκισθώ, αφού Εκείνος γνωρίζει αν λέω ή αν δεν λέω την αλήθεια,; Το κράτος όμως δεν γνωρίζει, και γιαυτό υποχρεώνει τους πολίτες να ορκίζονται, χρησιμοποιώντας το φόβο του Θεού, ώστε να τρομοκρατεί και να χαλιναγωγεί το λαό.

      Ακούσατε ότι ερρέθη στους αρχαίους οφθαλμό αντί οφθαλμού, και οδόντα αντί οδόντως, ή χέρι αντί χέρι κλπ, αλλά, Εγώ σας λέω να μην ζητάτε εκδίκηση. Το κράτος είχε ανάγκες, και πολύ σωστά έπρεπε να συγκρατεί τις παραφουσκωμένες απαιτήσεις για εκδίκηση. Εκεί που απαιτούσαν κεφάλι αντί χέρι, έθεσε  ένα πιο λογικό νόμο, που όριζε, χέρι αντί χέρι και οφθαλμό αντί οφθαλμού, κλπ. Είχαν να αντιμετωπίσουν μεγάλες φυλετικές αντιπαρατάξεις μεσ το Εβραϊκό κράτος, που κατέληγαν από κάποιες μικρές αφορμές, σε μεγάλες εκδικήσεις και αντεκδικήσεις, και επομένως είχε ανάγκη από νόμο που να ισορροπεί κάπως την κατάσταση. Κατανοητό, σαν κρατικοί, αλλά όχι σαν θεικοί του Δημιουργού. Πάνω σε αυτό τον αρχαίο κρατικό νόμο πολύ σωστά είχε παρατηρήσει ο Γκάντη. Η πολιτική του οφθαλμόν αντί οφθαλμού, θα δημιουργούσε ένα κόσμο από τυφλούς. Και όμως, έγραψαν ότι είναι νόμος του Θεού!

       Ακούσατε ότι ερρέθει στους αρχαίους να αγαπάς τον πλησίον σου και να μισείς τον εχθρό σου, αλλά Εγώ σας λέω να αγαπάτε τους εχθρούς σας για να είσαστε παιδιά του Θεού, τέλειοι όπως ο Πατέρας.  Βλέπουμε λοιπόν εδώ, ότι το ένα μέρος του νόμου είναι  σωστό και σύμφωνα με τη θέληση του Θεού, ενώ το άλλο μέρος δεν είναι. Δίδασκαν το λαό ότι είναι εντολή του Θεού  να μισεί τον εχθρό του! Προφανέστατα, είναι προσθήκη πάνω στο νόμο του Μωϋσή, "αγάπα τον πλησίον σου". Ενώ αυτοί πρόσθεσαν, και να μισείς τον εχθρό σου. Αλλά αφού είχε δώσει ο Θεός αυτό το νόμο στο  Μωϋσή, πως θα μπορούσε ο ευσεβής Μωυσής να "διορθώσει" το Θεό, γράφωντας, να μισείς τον εχθρό σου; Δηλαδή το άκρως αντίθετο από ό,τι δίδαξε ο Κύριος, και άρα το άκρως αντίθετο στην θέληση Του. Ομως μεσ'τους πολέμους είχαν ανάγκη το μίσος ενάντια στον εχθρό, το οποίο καθάγιαζαν με "εντολή" του Θεού. Ελα όμως που ο εχθρός ενός λαού, δεν είναι απαραίτητα και εχθρός του Θεού, και άλλωστε αν είναι, ο Θεός δεν χρειάζεται ούτε ζητάει βοήθεια... 

      Η εντολή πάλι, τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, συνεχίζει με τα λόγια, για να είσαι μακροχρόνιος επι γης. Ναι να τιμάμε τους γονείς μας, κάτι που μάλλον λείπει απ'τον σύγχρονο κόσμο μας, αλλά σίγουρα δεν πρόκειται για υπόσχεση με την έννοια ότι αυτός που τιμά τους γονείς του θα ζήσει πολλά χρόνια. Τι νόημα θα είχε μιά τέτοια υπόσχεση, και γιατί ένας που τιμά τους γονείς του περιμένει επιστρεφόμενα; Αλλωστε υπήρξαν άνθρωποι που περιφρόνισαν τους γονείς τους, και πέθαναν σε βαθιά γεράματα, και άλλοι που τους τιμούσαν, πέθαναν νέοι. Επειτα εκτός ότι καθένας που τιμά τους γονείς του, διακρίνεται τουλάχιστον από στοιχειώδει ανθρώπινα συναισθήματα, είναι και χρέος του, οπότε γιατί περιμένει ανταλλάγματα για ότι είναι χρέος του να κάνει;  Οι γονείς είναι συνδημιουργοί, τον έφεραν στο κόσμο, τον τάϊσαν, τον πότισαν, έπλυναν τις ακαθαρσίες του, τον φρόντισαν και τον αγάπησαν, και τώρα εκείνος για να τους τιμάει, περιμένει κάποια πληρωμή με μορφή πολλών χρόνων επί γής;

       Εκείνο που εννοεί εδώ ένα δεύτερο μήνυμα της εντολής που γράφτηκε διδακτικά, εκτός από το να αγαπούμε και τιμούμε τους γονείς μας, είναι όταν τιμάτε και τους προγόνους μας. Ο Μωυσής απευθυνόμενος εδώ κυρίως στον λαό Ισραήλ του λέει πως πρέπει να τιμάτε τους προγόνους σας, όχι μόνο σαν υποχρέωση, αλλά και για το λόγο ότι έτσι θα επιβιώσετε σαν λαός πολλά χρόνια, και δεν θα χαθείτε μέσα στον διασκορπισμό σας στις τέσσαρες γωνίες της γης. Και πράγματι, από όλη την μετέπειτα ιστορία αποδείχτηκε πόσο σπουδαίο ήταν να θυμούνται και να τιμούν τους προφήτες και  πατέρες. Αν δεν το έκαναν, θα είχαν χαθεί σαν λαός.

      Ας δούμε πάλι έναν άλλο νόμο ο οποίος εμφανίζεται σαν θεϊκός. Ο νόμος λέει, όταν ένας Εβραίος αγοράζει δούλο Εβραίο, πρέπει να του δουλεύει 6 χρόνια, και μετά να τον αφήνει ελεύθερο. Αν εκείνος "δεν θέλει" να ελευθερωθεί, για διάφορους λόγους, όπως αν έχει οικογένεια και δεν θέλει να φύγει μακριά απ'τα παιδιά του και τη γυναίκα του, πάνω στους οποίους ο αφέντης δουλοκτήτης είχε εξουσία, τότε έπρεπε  να του τρυπίσει το αφτί, να του περάσει κρίκο, όπως ήταν συνήθεια, και να παραμείνει δούλος του ώσπου να πεθάνει. Αλοίμονο δηλαδή στο δούλο που είχε ανθρώπινα συναισθήματα, αγαπώντας τη γυναίκα του και τα παιδιά του! Οταν πουλιέται στον αφέντη μαζί με την οικογένεια του, τότε όταν απελευθερώνεται θα πάρει μαζί του και την οικογένεια του.

      Εννοείται, σε τι θα αλλάξει η μοίρα του με την απελευθέρωση του, όταν οι αφέντες κρατούν στα χέρια τους το μέσο της ζωής του; Που βρίσκεται η ελεύθερη βούληση και επιλογή; Την άρπαξαν οι αφέντες. Οι δρόμοι της ζωής του τότε εργαζόμενου ήταν κλειστοί και αμπαρωμένοι, και οι αφέντες ήταν αυτοί που αποφάσιζουν με τους "θεικούς" τους νόμους για τη ζωή των εργαζομένων και των παιδιών τους. Ξέρεις, δεν είσαι ακριβώς άνθρωπος, είσαι δούλος, περιουσία μου, δικό μου χρυσάφι και αργύριο, ή παραμένεις για πάντα ατομική μου ιδιοκτησία ή χάνεσαι. Η "επιλογή" είναι δική σου! Αν όμως πουληθεί χωρίς να έχει οικογένεια, και ο αφέντης του "δώσει" γυναίκα, τότε βεβαίως η γυναίκα και τα παιδιά που θα αποκτήσει θα είναι πάλι περιουσία του αφέντη, σαν αρνιά που γεννήθηκαν στο μαντρί του, σαν μελλοντικά πρόβατα για άρμεγμα, και βόδια για το όργωμα, και αν ο δούλος δεν τους αγαπάει, τότε εντάξει, ας φύγει μόνος και έρημος.

   Και ρωτάω, εννοούσε άραγε ο Κύριος ότι ήρθε να εκπληρώσει, και να επικυρώσει αυτό το νόμο; Μας λέει πράγματι ότι αυτός ο νόμος είναι δικός Του;  

     Αλλά ας δούμε τον Μωυσή σαν θεόπνευστο νομοθέτη, όπως ήταν, που όμως ήταν υποχρεωμένος να θέτει επίσης και άλλους, μη θεόπνευστους νόμους που να εξυπηρετούσαν τις τότε ανάγκες και περιστάσεις. Γιατί τούτος ο νόμος σαν θεϊκός δεν καταπίνεται με κανένα τρόπο, και όμως γράφεται ότι ήταν θεϊκός, το ίδιο επίσης και ο επόμενος  ο οποίος λέει, "αν πουλήσεις τη κόρη σου". Ε, δεν γίνεται με κανένα τρόπο να πει ο Θεός, ότι μπορείς για οποιοδήποτε λόγο να πουλήσεις τη κόρη σου. Και όχι μόνο αυτοί αλλά και πολλοί άλλοι που γράφονται στα βιβλία της Εξόδου, Λευιτικό, Δευτερονόμιο.

   Αλλά ακόμα και έτσι, πως θα όριζε τέτοιους νόμους σαν θεικούς, ενώ είναι εντελώς αντίθετοι με το θέλημα Του; Και το χειρότερο είναι ότι σύμφωνα με τους παρείσακτους συγγραφείς, ο Μωυσής "έγραψε" ότι ο Θεός του έδωσε και αυτούς τους νόμους. Ο Θεός λένε μίλησε στον Μωυσή και του είπε, αν αγοράσεις δούλο Εβραίο, αν πουλήσεις τη κόρη σου, αν  μαλώνουν δύο άνδρες και η γυναίκα του ενός προσπαθήσει να βοηθήσει τον σύζυγο της πιάνωντας τον άλλον από τα γεννητικά όργανα πρέπει να της κόβετε το χέρι χωρίς να την λυπηθήτε, κλπ κλπ.

      Ολα αυτά και πολλά άλλα τα έλεγε, λένε, ο Θεός στον Μωυσή! Θα ήταν λοιπόν ποτέ δυνατόν να γράψει ο Μωυσής τέτοια τρομερά ψέμματα; Ας βάλουμε πάλι στη θέση του Μωυσή έναν συνηθισμένο και καθόλου θεόπνευστο νομοθέτη. Αλλά και πάλι, γιατί ένας συνηθισμένος  νομοθέτης θα έδινε τέτοιους νόμους μεσα στις συνθήκες της ερήμου; Δεν υπήρχαν ακόμα δουλοκτήτες και γαιοκτήμονες, ούτε πουλούσαν τις κόρες τους μέσα στην έρημο. Ολοι ήταν φτωχοί χωρίς καμιά περιουσία, και καθώς γράφεται ζούσαν από το μάννα και τα ορτύκια. Ηταν όλοι πρώην δούλοι, και ούτε περνούσε ακόμα από το μυαλό τους, ότι μπορούσε να πουληθούν σε πρώην συνδούλους τους.

    Τους νοιώθουμε να βράζουν όλοι στο ίδιο καζάνι, τους νοιώθουμε να  κλαίνε και παραπονιούνται πως δεν έχουν να φάνε κρέας, να λαχταρούν τα σκόρδα και τα πράσα που έτρωγαν στην Αίγυπτο. Πως λοιπόν θα αγόραζε ο ένας τον άλλο, και τι θα τον έκανε, αφού δεν είχε ούτε σπίτι να μείνει, ούτε χωράφι  να καλλιεργήσει:  Γιατί λοιπόν  ακόμα και ένας απλός νομοθέτης θα έδινε  τέτοιους νόμους, πολύ πριν την ανάγκη εφαρμογής τους;

       Στο εδάφιο πάλι 20 του κεφαλαίου 12 γράφεται ότι ο Θεός έδωσε νόμο στον Μωυσή και είπε, αν κάποιος χτυπήσει το δούλο του με ξύλο ή ρόπαλο και ο δούλος πεθάνει στα χέρια του, τότ^